Φιλοσοφια στην Αθηνα


ΑΞΙΖΕΙ Η ΖΩΖΩ
Οκτωβρίου 27, 2011, 9:55 πμ
Filed under: Uncategorized


Η νέα εξωστρεφής μικρομεσαία ελληνική επιχειρηματικότητα
Οκτωβρίου 31, 2010, 11:43 μμ
Filed under: Ζώο Πολιτικό

Τον Ιούνιο αυτού του χρόνου, σε μια περίοδο ανάποδη για τη χώρα, κυκλοφόρησε στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου ένα άρθρο με τον παράξενο τίτλο «Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι». Σε αυτό το άρθρο, ο συγγραφέας εφάρμοζε στην ελληνική περίπτωση τα εννοιολογικά εργαλεία μιας θεωρίας απ’ αυτές που συνήθως δεν πολυενδιαφέρουν τον Έλληνα αναγνώστη.

Ο μορφωμένος Έλληνας ή ο Έλληνας που επιθυμεί να γίνει μορφωμένος θεωρεί πιθανώς καθήκον του να έχει ικανές γνώσεις στους τομείς της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας και των εικαστικών, οπωσδήποτε στην πολιτική, ενδεχομένως στην ανθρωπολογία, ίσως στην κοινωνιολογία του πολιτισμού. Σπανίως όμως στρέφει το ενδιαφέρον του στα οικονομικά, κι ακόμα σπανιότερα αισθάνεται την ανάγκη να καλύψει τις σχετικές του ελλείψεις σε αυτό τον κλάδο. Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Οι πρόσφατες εγχώριες εξελίξεις ίσως να προκαλέσουν μια μεταβολή της εν λόγω κατάστασης, καθώς η ικανότητα να μιλάς για τα δημόσια πράγματα και να εκφέρεις την άποψή σου αναφορικά με το τι πρέπει να κάνουν οι πολιτικοί έχει αρχίσει να μοιάζει να προϋποθέτει, με τρόπο κάπως πιο χειροπιαστό απ’ ό,τι συνέβαινε μέχρι πρόσφατα, μια σχετική δεξιότητα στον χειρισμό οικονομικών εννοιών.

Η θεωρία που χρησιμοποιείται στο περί ου ο λόγος άρθρο μπορεί να χαρακτηριστεί με τον γενικό τίτλο «θεσμική ή νεοθεσμική οικονομική ανάλυση». Ο Αρίστος Δοξιάδης, ο συγγραφέας του άρθρου, δεν είναι ο πρώτος που εφαρμόζει στα ελληνικά πράγματα τη θεσμική ή νεοθεσμική οικονομική ανάλυση. Το 2006 ο Θεόδωρος Πελαγίδης και ο Μιχάλης Μητσόπουλος είχαν δημοσιεύσει ένα βιβλίο που ονομαζόταν «Ανάλυση της ελληνικής οικονομίας. Η προσοδοθηρία και οι μεταρρυθμίσες». Επρόκειτο για μια ρηξικέλευθη ανάλυση της ελληνικής οικονομίας, στην οποία οι συγγραφείς, εφαρμόζοντας τα εργαλεία της θεσμικής οικονομικής ανάλυσης, έφερναν στην επιφάνεια ένα φαινόμενο, που μέχρι τότε δεν είχε θεματοποιηθεί με ακρίβεια ως προεξάρχον χαρακτηριστικό της εντόπιας οικονομικής ζωής ―το φαινόμενο της προσοδοθηρίας―, και το αναδείκνυαν ως πρωτεύον αίτιο της δυσερμήνευτης συλλογικής αντίστασης των Ελλήνων σε μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα που σε πρώτη εντύπωση μοιάζουν επωφελή για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.Μέσα από την ανάλυσή τους, ο Πελαγίδης και ο Μητσόπουλος αποκαθιστούσαν τη χαμένη ορθολογικότητα των Ελλήνων, οι οποίοι συχνά εμφανίζονταν σαν παράδοξα, αυτοκαταστροφικά όντα, που για λόγους ανεξήγητους στρέφονται συνειδητά και συστηματικά ενάντια στο συμφέρον το δικό τους και των παιδιών τους: ο Πελαγίδης και ο Μητσόπουλος μάς επέτρεψαν να δούμε ότι, αντιθέτως, στην Ελλάδα η εξυπηρέτηση του συμφέροντος επιδιώκεται με τρόπο ρωμαλέο, αν και απαιτείται ιδιαίτερος θεωρητικός κόπος ώστε να διακρίνουμε πώς έχει μεταμφιεστεί το συμφέρον αυτό. Το 2010, οι δύο συγγραφείς επανήλθαν με ένα νέο βιβλίο με τίτλο «Η στιγμή της στροφής για την ελληνική οικονομία», όπου η κύρια έμφαση δίνεται στην ανάλυση, και πάλι μέσα από το πρίσμα της θεσμικής οικονομικής θεώρησης, του φαινομένου της διαφθοράς στην ελληνική πολιτική και οικονομική ζωή.Τα δύο αυτά έργα των Πελαγίδη και Μητσόπουλου προβάλλουν το βαθύρριζο κοινωνικό υπόβαθρο της πολυλάλητης ελληνικής οικονομικής ιδιαιτερότητας, η οποία έφτασε τον τελευταίο καιρό να γίνει αντικείμενο διεθνούς ενδιαφέροντος, πράγμα όχι χαρμόσυνο, παρά την απρόσμενη δόξα. (Αξίζει, εν παρόδω, να υπογραμμιστεί η πολύ σημαντική εργασία που έχει συντελεστεί στην ελληνική βιβλιογραφία μέσα από τη μετάφραση βασικών έργων της συγκεκριμένης θεωρητικής σχολής, ιδίως στις εκδόσεις Παπαζήση, με τις δύο σειρές που διευθύνουν ο Θεόδωρος Μητσόπουλος και ο Ηλίας Κατσούλης).

Στο άρθρο του, ο κ. Δοξιάδης, χρησιμοποιώντας τα ίδια περίπου θεωρητικά εργαλεία, και αξιοποιώντας με ευρηματικό τρόπο ευρέως διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα, επιχειρεί να καλύψει το χάσμα μεταξύ «δημώδους εμπειρίας» και «λόγιας θεωρίας». Ο κ. Δοξιάδης στρέφει την προσοχή του σε τρία χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομικής ζωής: πρώτο, ότι (συγκριτικά) πολλοί Έλληνες έχουν δική τους (μικρού ή μεσαίου μεγέθους) επιχείρηση και δική τους (πάλι, μικρού ή μεσαίου μεγέθους) ακίνητη περιουσία, δεύτερο, ότι (συγκριτικά) πολλοί Έλληνες έχουν άτυπη ή νομότυπη πρόσβαση στην πολιτική εξουσία με τρόπο που να τους διασφαλίζει κάποιο (μικρό ή μεγάλο) εισόδημα ―εισόδημα που δεν προέρχεται κατ’ ανάγκην από παραγωγική εργασία και που δεν συνοδεύεται από το ρίσκο που κατ’ αρχήν ενέχει μια οικονομική επένδυση―, τρίτο, ότι (συγκριτικά) πολλοί Έλληνες αποφεύγουν να συνεργαστούν μεταξύ τους ενόψει μιας κοινής επιδίωξης, καθώς μπορούν να πετυχαίνουν (συγκριτικά) εύκολα πολλούς στόχους τους δίχως το πιθανό κόστος της συνεργασίας. Ο κ. Δοξιάδης καταφέρνει να μας κάνει να δούμε με έναν καινοτόμο και διαφωτιστικό τρόπο τη συλλογική μας ζωή και ώς έναν βαθμό τους ορίζοντες της κοινής μας μοίρας.

Με πολλούς τρόπους αναφαίνεται σήμερα η προτίμηση των περισσότερο ή λιγότερο μορφωμένων Ελλήνων στην εξάσκηση της ικανότητας τους στον σχολιασμό ερμηνειών και απόψεων έναντι της εργασίας στην αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης. Δεν έχει σημασία αν αυτό οφείλεται στο ότι έχουμε ως λαός κάποια ιδιαίτερη έφεση στην πρώτη δραστηριότητα ή στο ότι απλώς τούτο είναι πιο εύκολο ή πιθανώς πιο αποτελεσματικό δεδομένων των στόχων ενόψει των οποίων χρησιμοποιούμε τις διανοητικές μας δεξιότητες. Σε κάθε περίπτωση, η τρέχουσα κατάστασή μας, η λεγόμενη «Κρίση» μας, μας ανάγκαζει να στοχαστούμε συστηματικότερα «τι μας συμβαίνει;» ― πράγμα που δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά: «πώς ζούμε;» ή «πώς λειτουργούμε δεδομένων των συνθηκών;».

Λέγεται πως τότε είναι γνήσια και αληθινή η θεωρία όταν πατάει στο έδαφος της εμπειρίας. Η θεωρία (το ίδιο και η τέχνη άλλωστε) πρέπει να εργαστεί ώστε να γίνει «ειλικρινής». Μα και η εμπειρία, από την άλλη, χρειάζεται να έχει καλλιεργηθεί κατάλληλα ώστε να μπορεί να προσλάβει την πραγματικότητα σε όλη της την πολυμορφία. Η μελέτη του κ. Δοξιάδη χαρακτηρίζεται απ’ αυτό το συνδυασμό οξυδέρκειας στο εμπειρικό επίπεδο και θεωρητικής ευρηματικότητας. Καταφέρνει, σε ένα πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, να κάνει αυτό που θέλουμε να κάνει κάθε θεωρητική εργασία: να μας επιτρέψει να βλέπουμε πιο καθαρά αυτό που πριν το βλέπαμε πιο συγκεχυμένα, και να βλέπουμε καλύτερα γιατί αυτό που βλέπουμε είναι όπως είναι. Και, όπως νομίζω δείχνει η παρακάτω μαγνητοσκοπημένη ομιλία, να δούμε πώς θα μπορούσαμε να κινηθούμε ώστε να αλλάξει αυτό που βλέπουμε, και να δούμε κάτι διαφορετικό.



ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΗΣ – ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Φεβρουαρίου 2, 2010, 5:40 μμ
Filed under: Παρλάτες

Η παρακάτω συνέντευξη δόθηκε στον Σεραφείμ Κεντεμποζίδη για το περιοδικό Κοντέινερ, τεύχος Φεβρουαρίου 2010, με αφορμή την κυκλοφορία των πρώτων δύο βιβλίων της «Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης» των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε ζωντανά αλλά γραπτώς, μέσω του Σκάιπ.

Το βιβλίο που διαβάζω παρέχει τη γνώση της «βάσης». Το θεμέλιο της σκέψης, των κατασκευών μας… Μήπως όμως αυτή η γνώση είναι ένα ταξίδι προς τα πίσω, προς τα θεμελιώδη, τη στιγμή που ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να πάει στο ψαχνό αυτού που θέλει να μάθει, δίχως να γνωρίζει τη «βάση»; Και σε ρωτώ: μήπως κάποιες διαδικασίες της γνώσης έχουν καταστεί πια περιττές; Μήπως τελικά η ίδια η φιλοσοφία, όπως μας την παρουσιάζει στο βιβλίο του ο Ζιλσόν, είναι σήμερα περιττή;

Συνέδεσες τη φιλοσοφία με τη γνώση. Θα πρέπει όμως αρχικά να αναρωτηθούμε αν η φιλοσοφία αποτελεί γνώση ή αν έστω αναζητά μια γνώση. Παραδοσιακά, θεωρούνταν δεδομένο ότι πράγματι η φιλοσοφία προσφέρει γνώση, και μάλιστα μια γνώση θεμελιώδη ή, όπως λες, μια γνώση της «βάσης». Σήμερα, ωστόσο, λίγοι είναι εκείνοι που θα προσυπέγραφαν την άποψη ότι η φιλοσοφία όχι απλώς προσφέρει, αλλά έστω αποζητά τη γνώση. Βασική αιτία γι’ αυτή την αλλαγή αντιλήψεων υπήρξε η ―πραγματική ή φαινομενική― ιστορική αποτυχία της φιλοσοφίας να προσφέρει αυτό που υπόσχεται: μια γνώση των πρώτων αρχών. Το βιβλίο πάντως που διάβασες ανήκει στην παράδοση εκείνη που βλέπει τη φιλοσοφία ως έναν κλάδο του επιστητού, έναν κλάδο που πράγματι επιδιώκει τη γνώση, αν όχι στην ολότητά της, τουλάχιστον στη ρίζα της.

Αν μπορούσαμε να παρακάμψουμε αυτή την επιδίωξη της φιλοσοφίας, και να απελευθερώσουμε την ανάγνωσή της από τα δεσμά της επιστημονικότητας, θα μπορούσαμε να διαβάζουμε τη φιλοσοφία όπως διαβάζουμε τη λογοτεχνία;

Δεν το νομίζω. Για να εκφραστώ καλύτερα: ασφαλώς και μπορούμε να την διαβάζουμε και όπως διαβάζουμε τη λογοτεχνία, για την προσωπική μας απόλαυση και καλλιέργεια. Δεν είμαι όμως βέβαιος ότι αυτός είναι ο μόνος ή ο πλέον γόνιμος τρόπος. Στη δική μου αντίληψη, ο πιο ενδιαφέρων λόγος να στραφείς στη φιλοσοφία και την ιστορία της είναι γιατί την χρειάζεσαι σε κάτι. Θα με ρωτήσεις όμως: πώς μπορεί να χρειαστείς τη φιλοσοφία σε κάτι; Πώς είναι δηλαδή δυνατόν η φιλοσοφία να εμφανιστεί από κάποιαν άποψη ως αναγκαία; Στο ερώτημα αυτό δεν θέλω να απαντήσω προκαταβολικά. Δεν θέλω δηλαδή να υποδείξω μια αφορμή που θα έκανε τους ανθρώπους να θεωρήσουν πως το να προσεγγίσουν τη φιλοσοφία και τον φιλοσοφικό προβληματισμό θα τους σταθεί για κάποιο λόγο ωφέλιμο ή και αναγκαίο ακόμα. Θέλω ωστόσο να αναδείξω το ενδεχόμενο: να ενδιαφερθείς για τη φιλοσοφία διότι επιθυμείς να λύσεις ένα δικό σου πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που είναι δικό σου υπό την ίδια έννοια που το να επισκευάσεις το τρύπιο λάστιχο του αυτοκινήτου σου είναι ένα δικό σου πρόβλημα. Με άλλα λόγια, με μια καθημερινή σημασία του όρου «πρόβλημα».

Δηλαδή μπορεί να μπει κανείς στη φιλοσοφία για να λύσει ένα πρόβλημά του;

Ναι, και πιστεύω πως αυτός είναι ο πιο γόνιμος τρόπος. Να μπει για να λύσει ένα πρόβλημά του, για να κάνει μια δουλειά ― κι όχι απλώς από περιέργεια. Το αν βέβαια μπαίνοντας στη φιλοσοφία θα καταφέρει να λύσει το πρόβλημά του, να κάνει τη δουλειά του, αυτό είναι άλλο ερώτημα. Αυτό πια είναι ήδη φιλοσοφία. Για να το απαντήσεις, θα πρέπει να φιλοσοφήσεις.

Ωστόσο, το βιβλίο του Ζιλσόν είναι ταυτόχρονα μια ιστορία της φιλοσοφίας. Και λογικά θα αναρωτηθούμε για ποιο λόγο κάποιος που θέλει να στοχαστεί ένα φιλοσοφικό ερώτημα (για να κάνει μια δουλειά του όπως μας είπες) θα πρέπει να ενδιαφερθεί για παλιούς φιλοσόφους.

Προσωπικά, πιστεύω ―και αυτό ίσχυσε στη δική μου περίπτωση― ότι μπορούμε να ενδιαφερθούμε για την ιστορία της φιλοσοφίας για τους ίδιους λόγους που ενδιαφερόμαστε για την ίδια τη φιλοσοφία: για να λύσουμε ένα πρόβλημά μας. Αυτό βέβαια γεννά μια απορία για την εξέλιξη της φιλοσοφίας. Πώς είναι δυνατόν να μελετάμε το παλιό για να λύσουμε ένα καινούργιο πρόβλημα; Το εύλογο θα ήταν πως στα δικά μας, τα σύγχρονα προβλήματα, θα απαντά η δική μας, η σύγχρονη φιλοσοφία. Αν η παλιά φιλοσοφία έχει να πει κάτι που να αφορά τα δικά μας προβλήματα τότε αυτό θα βρίσκεται ενσωματωμένο στη σύγχρονη φιλοσοφία. Όπως όταν προσεγγίζουμε ένα πρόβλημα της γεωμετρίας δεν ανοίγουμε τα Στοιχεία του Ευκλείδη, αλλά ένα σύγχρονο εγχειρίδιο γεωμετρίας. Η παλιά γνώση που μας είναι ακόμα ωφέλιμη θα έπρεπε να βρίσκεται ενσωματωμένη στο καινούργιο. Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει κατ’ αρχήν και με τη φιλοσοφία, και φαντάζομαι πως κάποιος θα στεκόταν καχύποπτος απέναντι σε έναν που θα τού ’λεγε πως τούτο δεν ισχύει αναγκαστικά. Είναι άραγε δυνατόν να πρέπει να φύγουμε από τη δική μας εποχή, από τα βιβλία και τα κείμενα του καιρού μας, και να πάμε να ψάξουμε πίσω στα παλιά, τη στιγμή που εμάς μας ενδιαφέρει να λύσουμε ένα ολόδικό μας, τωρινό πρόβλημα; Σε αυτό και πάλι δεν θα ‘θελα να απαντήσω προκαταβολικά. Δεν θέλω δηλαδή να υποδείξω κάποια συγκεκριμένα ερωτήματα, κάποια συγκεκριμένα προβλήματα, κάποιες συγκεκριμένες ανησυχίες, που εάν κάποιος θέλει να τις προσεγγίσει στην πιο ολοκληρωμένη και πιο πλούσια μορφή τους θα πρέπει να προστρέξει σε παλιούς, αραχνιασμένους φιλοσόφους. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι τούτο ισχύει. Εκείνος που, για τους όποιους λόγους του, βρει την όρεξη να ρίξει μια ματιά στο βιβλίο του Ζιλσόν, ίσως να δει κάποια τέτοια παραδείγματα. Προσωπικά, έτσι αντιλαμβάνομαι την ιστορία της φιλοσοφίας. Όχι σαν απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά σαν ζωντανή φιλοσοφία, φιλοσοφία για εμάς.

Παρ’ όλα αυτά, όσο και αν το παρουσιάζεις τόσο όμορφο το τοπίο «της δίψας για γνώση», βλέπω γύρω μου τόση πληροφορία που δεν προλαβαίνω να γυρίσω στη «βάση» από πραγματική ανάγκη, γιατί το περιβάλλον στο οποίο ζούμε πια απαιτεί πολύ γρήγορα να γαντζωθώ σε μια λύση. Και μου δίνει και τα όπλα…

Το έθεσες πολύ ωραία: καλείσαι να απαντήσεις και γαντζώνεσαι σε μία λύση. Δεν μπορείς να μείνεις αδρανής και άπραγος, πρέπει να αποκριθείς, να πάρεις, με άλλα λόγια, θέση. Ωστόσο, η φιλοσοφία είναι το ακριβώς ανάποδο του να γαντζωθείς σε μία λύση. Φιλοσοφία είναι να ελευθερωθείς από τις πρόχειρες λύσεις. Φαντάζομαι πως ακούγεται σαν μεγαλόσχημη ρητορεία αυτό, αλλά δεν το εννοώ έτσι. Όπως πολύ σωστά λες, η ζωή της πράξης, η πραγματική ζωή, μας ζητά να πάρουμε θέση, να ενεργήσουμε, να δεσμευτούμε. Ενώ η φιλοσοφία ζητά να αναρωτηθούμε, να διστάσουμε, να αμφισβητήσουμε. Μοιάζει έτσι σαν η πράξη και η φιλοσοφία να βρίσκονται σε σύγκρουση. Και όντως έτσι φαίνεται να είναι. Τουλάχιστον σ’ ένα πρώτο επίπεδο.

Έτσι όπως το θέτεις, σε αυτή τη σύγκρουση πράξης και φιλοσοφίας, είναι σαν να ξέρουμε τον μόνιμο νικητή. Αυτόν που κόβει κάθε φορά πρώτος το νήμα της λύσης, η οποία έστω και εάν είναι πρόχειρη, δεν παύει να είναι λύση…

Λέμε πως η ζωή της πράξης ζητά να αντιδράσουμε, να ενεργήσουμε, να στρατευτούμε. Ενώ η φιλοσοφία να αμφισβητήσουμε, να κοντοσταθούμε, να αποσυρθούμε. Καλούμαστε να ενεργήσουμε ― και ενεργούμε. Όμως, υπάρχει πάντοτε ένα τρομαχτικό ενδεχόμενο: να αποτύχουμε. Καλούμαι να ενεργήσω και ενεργώ, αλλά αποτυγχάνω. Βρίσκομαι σε μια νέα κατάσταση, καλούμαι να ενεργήσω εκ νέου, ξαναδοκιμάζω, ξανααποτυγχάνω. Και τότε είναι που η αναζήτηση, η αμφισβήτηση, ο δισταγμός εμφανίζονται όχι σαν το αντίθετο της πράξης, αλλά σαν αναγκαίο συστατικό της. Όταν μίλησα πριν για τη φιλοσοφία, είπα πως στη φιλοσοφία στέκεσαι αδρανής και άπραγος. Στην πραγματικότητα, εύκολα μπορεί να δει κανείς πως η ίδια η αναζήτηση, η ίδια η αμφισβήτηση είναι κι αυτή μια δραστηριότητα. Το θέμα, τώρα, είναι αν η δραστηριότητα αυτή αποτελεί η ίδια αυτοσκοπό ή μήπως εμφανίζεται με τη σειρά της στο πλαίσιο μιας ευρύτερης δραστηριότητας, στο πλαίσιο της ζωής της πράξης σε όλη της την πληρότητα. Λέγεται συχνά (και η άποψη αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη εσφαλμένη) πως για τους αρχαίους η ζωή της θεωρίας, της αναζήτησης, της μελέτης, με άλλα λόγια η «σχολή», προβαλλόταν ως αυτοσκοπός, ως το υπέρτατο αγαθό στο οποίο μπορούσε να αποβλέπει ο άνθρωπος. Αντίθετα, λέγεται πως για τους νεότερους, η αναζήτηση, η έρευνα, η αμφιβολία εμφανίζονται σαν εργαλείο στην υπηρεσία ενός διαφορετικού σκοπού. Αυτό άλλωστε έδωσε και την αφορμή για την άποψη πως η νεωτερική επιστήμη είναι στη ρίζα της εργαλειακή.

Κι εσύ πού τοποθετείς τον εαυτό σου ανάμεσα στο αρχαίο και το νεωτερικό?

Σε ό,τι με αφορά, νιώθω πολύ πιο άνετα κοντά στη νεότερη αντίληψη. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι την αναζήτηση σαν κάτι που συμβαίνει στο πλαίσιο μιας ζωής, ως εργαλείο και συστατικό στοιχείο της ζωής αυτής. Υπάρχει, ωστόσο, ένα γεγονός που περιπλέκει τα πράγματα: το ότι η αναζήτηση αυτή μπορεί να είναι η ίδια γοητευτική. Αναζητούμε για να βρούμε τη λύση, με άλλα λόγια για να διακόψουμε την αναζήτηση. Και να ζήσουμε τη λύση. Κανονικά δεν θα έπρεπε να αποζητούμε την αναζήτηση, αλλά τη λύση. Κι όμως, κι εδώ είναι το παράδοξο, μερικές φορές αισθανόμαστε μέσα στην αναζήτηση σαν να βρισκόμαστε στο σπίτι μας. Το παράδοξο αυτό δεν ξέρω αν πρέπει να το πούμε ευλογία ή κατάρα.

Την αναζητούμε τη λύση άλλα αποτυγχάνουμε και ξανααποτυγχάνουμε…

Ναι, και φοβάμαι μήπως στο τέλος συμβιβαζόμαστε στη συνήθεια της αποτυχίας. Και η αναζήτηση αρχίζει να μας φαίνεται σαν ο φυσικός μας τόπος. Η ζωή της πράξης μοιάζει να κινείται πάνω σε ένα δίπολο: στράτευση/απόσυρση. Το δίπολο αυτό είναι αδιάλειπτα παρόν στη διάρκεια της ζωής. Αυτό που ποικίλλει είναι η ένταση που δίνεται στον κάθε πόλο. Έστω ότι έχεις ένα πρόβλημα του οποίου η λύση απαιτεί έρευνα, αναζήτηση. Μέχρι ποιου σημείου μπορείς να αφιερωθείς στην αναζήτηση; Το δίλημμα αυτό το λύνουμε όλοι μας καθημερινά, παίρνοντας ο καθένας μας διαφορετικές αποφάσεις ― διαφορετικές όχι μόνο ο ένας σε σχέση με τον άλλο, αλλά και σε σχέση με παλαιότερες στάσεις μας. Αποφάσεις που δικαιώνονται ή διαψεύδονται μόνο κατόπιν εορτής.

Και η φιλοσοφία;

Σε αυτό το πλαίσιο νομίζω είναι που πρέπει να τεθεί και το ερώτημα για το αναγκαίο ή το περιττό της φιλοσοφίας, απ’ το οποίο και ξεκινήσαμε. Σου αντιστρέφω το ερώτημα: μπορείς να φανταστείς κάποιο πρόβλημα του οποίου η λύση να σε ανάγκαζε να αφιερωθείς σε τέτοιο βαθμό στην έρευνα και την αναζήτηση ώστε να κατέληγες όχι μόνο να φιλοσοφείς, αλλά να μελετάς αρχαία τέρατα σαν τον Αριστοτέλη; Αν όχι, τότε πράγματι πάνω από τη «Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη» πλανάται η αίσθηση του περιττού. Αν ναι, αν μπορείς να το φανταστείς, τότε τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα.



ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ
Δεκεμβρίου 20, 2009, 2:58 πμ
Filed under: Μεταγλωττίσεις

Στις αρχές του Δεκέμβρη κυκλοφόρησαν τα δύο πρώτα βιβλία της νέας σειράς φιλοσοφίας των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με την ονομασία «Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη. Τα βιβλία είναι:

1) Το Ον και η Ουσία : το πρόβλημα της ύπαρξης στη δυτική φιλοσοφία από την αρχαιότητα ώς τον εικοστό αιώνα, του Ετιέν Ζιλσόν

Για τα δύο πρώτα κεφάλαια της εισαγωγής του μεταφραστή στην ελληνική έκδοση, πατήστε εδώ πάνω.

2) Φρέγκε : η γέννηση της σύγχρονης λογικής και οι ρίζες της αναλυτικής φιλοσοφίας, του Χανς Σλούγκα



Σχετικα με το προβλημα των ναρκωτικων

polemosopioucebcceb9cebacf81cebf

Πρόσφατα, μοιάζει να επανήλθε στο προσκήνιο η συζήτηση πάνω στο πρόβλημα των ναρκωτικών. Με αυτή την ευκαιρία, μεταφράζονται παρακάτω δύο κείμενα που ίσως να μπορούσαν να συμβάλουν στο σχετικό διάλογο. Το πρώτο δημοσιεύτηκε στη Wall Street Journal και το υπογράφουν τρεις πρώην πρόεδροι της Βραζιλίας, της Κολομβίας και του Μεξικού, μετά τη δημοσίευση της αναφοράς της Λατινοαμερικανικής Επιτροπής για τα Ναρκωτικά και τη Δημοκρατία στην οποία συμμετέχουν. Το δεύτερο δημοσιεύτηκε στις αρχές του μήνα στον Economist.

 

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΑΠΕΤΥΧΕ

των Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο, Θέσαρ Γκαβίρια και Ερνέστο Σεντίγιο

Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών απέτυχε. Και είναι πια καιρός να αντικαταστήσουμε μια αναποτελεσματική στρατηγική με πολιτικές που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα με πιο ανθρώπινο και ουσιαστικό τρόπο. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της αναφοράς της Λατινοαμερικανικής Επιτροπής για τα Ναρκωτικά και τη Δημοκρατία που πρόσφατα παρουσιάσαμε στο κοινό στο Ρίο ντε Τζανέιρο.

Οι κατασταλτικές πολιτικές που βασίζονται στην εξάλειψη, την απαγόρευση και την ποινικοποίηση της κατανάλωσης απλούστατα δεν απέδωσαν. Η βία και το οργανωμένο έγκλημα που σχετίζονται με το εμπόριο ναρκωτικών εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμα προβλήματα στις χώρες μας. Η Λατινική Αμερική παραμένει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας κοκαΐνης και κάνναβης στον κόσμο, και γρήγορα γίνεται ο μεγαλύτερος εφοδιαστής οπίου και ηρωίνης. Σήμερα, είμαστε πιο μακριά από ποτέ από τον στόχο της εξάλειψης των ναρκωτικών.

Τα τελευταία 30 χρόνια, η Κολομβία εφάρμοσε κάθε μέτρο που θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς για την καταπολέμηση του εμπόριου ναρκωτικών στο πλαίσιο μιας γιγάντιας προσπάθειας, στην οποία όμως τα οφέλη δεν αντιστοιχούσαν στους επενδυόμενους πόρους. Παρά τις επιτυχίες της χώρας στη μείωση των επιπέδων της βίας και της εγκληματικότητας, οι περιοχές παράνομης καλλιέργειας εξαπλώνονται και πάλι. Στο Μεξικό ― άλλο κέντρο της διακίνησης ναρκωτικών― η σχετιζόμενη με τα ναρκωτικά βία ευθύνεται για πάνω από 5.000 χαμένες ζωές κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους και μόνο.

Η αναθέωρηση των αμερικανικής εμπνεύσεως πολιτικών είναι επιτακτική, δεδομένων των αυξανόμενων επιπέδων βίας και διαφθοράς που συνδέονται με τα ναρκωτικά. Η τρομακτική δύναμη των καρτέλ ναρκωτικών οδηγεί σε μια ποινικοποίηση της πολιτικής και μια πολιτικοποίηση του εγκλήματος. Και η διαφθορά του δικαστικού και πολιτικού συστήματος υπονομεύει τα θεμέλια της δημοκρατίας σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Το πρώτο βήμα στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων είναι η αναγνώριση των καταστροφικών συνεπειών των τωρινών πολιτικών. Έπειτα, πρέπει να ανατρέψουμε τα ταμπού που κατατρύχουν τον δημόσιο διάλογο αναφορικά με τα ναρκωτικά στις κοινωνίες μας. Οι πολιτικές κατά των ναρκωτικών είναι βαθιά ριζωμένες σε προκαταλήψεις και φόβους που συχνά λίγη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Η συνάφεια μεταξύ ναρκωτικών και εγκλήματος περιθωριοποιεί τους τοξικομανείς σε κλειστούς κύκλους, όπου εκτίθενται ακόμη περισσότερο στο οργανωμένο έγκλημα.

Προκειμένου να περιορίσουμε δραστικά τις επιπτώσεις των ναρκωτικών, η μακροπρόθεσμη λύση είναι να μειώσουμε τη ζήτηση για ναρκωτικά στις κύριες καταναλώτριες χώρες. Για να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προβούμε σε διαφοροποιήσεις μεταξύ των παράνομων ουσιών ανάλογα με τις επιπτώσεις της καθεμιάς στην υγεία, αλλά και στην κοινωνική συνοχή.

Με αυτό το πνεύμα, προτείνουμε μια μεταβολή προτύπου στις πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος των ναρκωτικών, πάνω στη βάση τριών καθοδηγητικών αρχών: μείωση των επιπτώσεων των ναρκωτικών, περιορισμός της κατανάλωσης ναρκωτικών ουσιών μέσω της εκπαίδευσης και επιθετική καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Προκειμένου να μετατρέψουμε το νέο αυτό πρότυπο σε πράξη πρέπει να ξεκινήσουμε μεταβάλλοντας το καθεστώς των τοξικομανών από αγοραστές ναρκωτικών στην παράνομη αγορά σε ασθενείς που τυγχάνουν της φροντίδας του δημόσιου συστήματος υγείας.


Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ



Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΑΚ ΟΜΠΑΚΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ
Ιανουαρίου 21, 2009, 2:15 πμ
Filed under: Ζώο Πολιτικό, Μεταγλωττίσεις | Ετικέτες: , , ,

Αυτή είναι μια πρώτη μετάφραση του λόγου που εκφώνησε ο Μπαράκ Ομπάμα στην ορκωμοσία του. Οι παρατηρήσεις είναι ευπρόσδεκτες. 

washington-crossing-the-delaware-river-revolutionary-war-independence-2007-news-white-house-com


Συμπολίτες μου,

Στέκομαι σήμερα εδώ, με ταπεινότητα απέναντι στην αποστολή που έχουμε μπροστά μας, με ευγνωμοσύνη για την εμπιστοσύνη που μου δείξατε, με το πνεύμα προσηλωμένο στις θυσίες των προγόνων μας. Ευχαριστώ τον Πρόεδρο Μπους για τις υπηρεσίες του στο έθνος, καθώς και για τη γενναιοδωρία που επέδειξε και τη συνεργασία που προσέφερε κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου.

Σαράντα τέσσερεις Αμερικανοί έχουνε πλέον δώσει τον προεδρικό όρκο. Τα λόγια αυτά εκφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια πλημμυριδών ευημερίας και με τη νηνεμία της ειρήνης. Ωστόσο, ο όρκος ενίοτε δόθηκε με τον ουρανό συννεφιασμένο και με άγριες καταιγίδες. Εκείνες τις στιγμές, η Αμερική συνέχισε τον δρόμο της όχι μόνο χάρη στην ικανότητα ή το όραμα αυτών που κατείχαν τα ανώτερα αξιώματα, αλλά διότι Εμείς ο Λαός μείναμε πιστοί στα ιδανικά των προγόνων μας και διαφυλάξαμε τα ιδρυτικά  μας κείμενα.

Έτσι συνέβη. Έτσι πρέπει να συμβεί και με αυτή τη γενιά Αμερικανών.

Ότι είμαστε εν τω μέσω μιας κρίσης είναι πλέον ξεκάθαρο. Το έθνος μας είναι σε πόλεμο, ενάντιο σε ένα πολυδαίδαλο δίκτυο βίας και μίσους. Η οικονομία μας είναι σοβαρά αποδυναμωμένη, εξαιτίας της απληστίας και της ανευθυνότητας ορισμένων, μα κι εξαιτίας της συλλογικής μας αδυναμίας να λάβουμε σκληρές αποφάσεις και να προετοιμάσουμε το έθνος για μία νέα εποχή. Σπίτια χάθηκαν· θέσεις εργασίας εξανεμίστηκαν· επιχειρήσεις κατέρρευσαν. Η υγειονομική μας περίθαλψη είναι υπερβολικά δαπανηρή· τα σχολεία μας ανεπαρκή· και καθημερινά καταδεικνύεται όλο και πιο περίτρανα ότι οι τρόποι που χρησιμοποιούμε την ενέργεια ενισχύουν τους αντιπάλους μας και απειλούν τον πλανήτη μας.

Αυτοί είναι οι δείκτες της κρίσης που μπορούν να μετρηθούν με στατιστικά στοιχεία. Λιγότερο μετρήσιμος, αλλά όχι λιγότερο βαθύς είναι ένας κλονισμός της εμπιστοσύνης σε ολόκληρη την επικράτειά μας ―ένας επίμονος φόβος ότι η παρακμή της Αμερικής είναι αναπόδραστη, και ότι η επόμενη γενιά θα πρέπει να μειώσει τις προσδοκίες της.

Σήμερα, σας λέω ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι πραγματικές. Είναι σοβαρές και είναι πολλές.

Δεν θα ξεπεραστούνε εύκολα ούτε σε λίγο καιρό. Αλλά μάθε αυτό, Αμερική ― θα ξεπεραστούν. Τούτη τη μέρα, είμαστε μαζεμένοι εδώ γιατί επιλέξαμε την ελπίδα αντί για τον φόβο, την ενότητα των σκοπών αντί για την έριδα και τη διχόνοια.

Τούτη εδώ τη μέρα, βάζουμε τέλος στις ευτελείς αιτιάσεις και τις ψευδείς υποσχέσεις, τις αλληλοκαταγγελίες και τα ξεφτισμένα δόγματα, που για τόσο καιρό κατέπνιξαν την πολιτική μας ζωή.

Εξακολουθούμε να είμαστε ένα νεαρό έθνος, όμως όπως λέει η Γραφή, ήρθε ο καιρός να αφήσουμε στην άκρη «τα του νηπίου». Ήρθε ο καιρός να επιρρώσουμε το προαιώνιο πνεύμα μας· να αναδεχθούμε την πιο καλή ιστορία μας· να προαγάγουμε το πολύτιμο αυτό δώρο, τούτη την ευγενή ιδέα, που πέρασε από γενιά σε γενιά: τη θεόδοτη υπόσχεση πως όλοι είναι ίσοι, όλοι είναι ελεύθεροι και όλοι δικαιούνται μια ευκαιρία να επιδιώξουν την ευτυχία τους στην πληρότητά της. 

Διότι παντού όπου κοιτάξουμε, υπάρχει δουλειά να γίνει. Η κατάσταση της οικονομίας καθιστά αναγκαία τη δράση ―αποφασιστική και γρήγορη. Και θα δράσουμε. Όχι μόνο προς δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, άλλα θέτοντας νέα θεμέλια για την ανάπτυξη. Θα χτίσουμε τους δρόμους και τις γέφυρες, τους ηλεκτρικούς πυλώνες και τις ψηφιακές γραμμές που τροφοδοτούν το εμπόριό μας και μας κρατούν ενωμένους.

Θα αποκαταστήσουμε την επιστήμη στη θέση που της αρμόζει, και θα αξιοποιήσουμε τα θαύματα της τεχνολογίας ώστε να βελτιώσουμε την ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης και να μειώσουμε το κόστος της. Θα εκμεταλλευτούμε τον ήλιο και τους ανέμους και το έδαφος για να δώσουμε ενέργεια στα αυτοκίνητα και τα εργοστάσιά μας. Και θα μεταμορφώσουμε τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας, ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις μιας νέας εποχής. Αυτά όλα μπορούμε να τα κάνουμε. Και αυτά όλα θα τα κάνουμε. 

 

Η συνέχεια ΕΔΩ



Ο Μαξ Βεμπερ και ο αερας της πολης
Αυγούστου 3, 2008, 11:44 πμ
Filed under: Βιβλιοκρισίες

 

 

Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ υπήρξε ο σημαντικότερος στοχαστής του εικοστού αιώνα στον χώρο τον κοινωνικών επιστήμων. 

Η ιστοριογραφία, η ανθρωπολογία, η πολιτική επιστήμη, μ’ όλα τους τα σημαντικά επιτεύγματα τον τελευταίο αιώνα, δεν έχουν να περηφανευτούν για ένα πνεύμα που να συνδύαζε σε τέτοιο βαθμό την συνθετική και αναλυτική ικανότητα με την στέρεη κατοχή ενός απέραντου -και για τα σημερινά μέτρα- εμπειρικού υλικού. Ακόμη και η οικονομική επιστήμη, της οποίας οι πρόοδοι στον εικοστό αιώνα πιθανότατα ξεπερνούν εκείνες όλων των υπόλοιπων κοινωνικών επιστημών μαζί, δεν έχει να επιδείξει έναν τόσο οικουμενικό στοχαστή. 

Ο Βέμπερ γεννήθηκε το 1864 σε μια αστική οικογένεια, στενά συνδεδεμένη με μεγάλες προσωπικότητες του γερμανικού πολιτικού και πνευματικού κόσμου. Ξεκίνησε με σπουδές νομικής, και γρήγορα ξεχώρισε στον τομέα της ιστορίας του δικαίου. Στράφηκε στην μελέτη πρακτικών κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, με τέτοια επιτυχία, ώστε σύντομα του προσφέρθηκε η θέση του καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Φράιμπουργκ κι έπειτα στην Χαϊδελβέργη. Η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του διακόπηκε βίαια λόγω προβλημάτων υγείας. 

Κατά την πολυετή διαδικασία ανάρρωσης, ο Βέμπερ είχε την ευκαιρία να αφοσιωθεί στην μελέτη της παγκόσμιας ιστορίας, των μεγάλων θρησκειών, και της φιλοσοφίας των κοινωνικών επιστημών. Απ’ αυτή την περίοδο προέκυψε το υλικό για τις σπουδαίες μεθοδολογικές του έρευνες, καθώς και για τις εργασίες του πάνω στην κοινωνιολογία της θρησκείας, όπου ανέδειξε αριστοτεχνικά την συνάφεια μεταξύ θρησκευτικού και οικονομικού παράγοντα. Απ’ αυτή την περίοδο προέρχεται και το διασημότερο δοκίμιό του: Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού. Μετά την ανάκτηση των δυνάμεών του, ο Βέμπερ πρόφτασε να ζήσει λίγο παραπάνω από μια δεκαετία, οπότε και συγκροτήθηκε το τεράστιο έργο του. Πέθανε αιφνίδια το 1920 σε ηλικία 56 ετών.

Από τους στοχαστές του εικοστού αιώνα, ο Βέμπερ μπορεί να συγκριθεί, σε ό,τι αφορά την επίδραση που άσκησε στην ευρωπαϊκή σκέψη, μονάχα με τον Φρόυντ και τον Χούσερλ (κι ενδεχομένως τον Κέυνς). Η σύλληψη της νεωτερικότητας ως διαδικασίας εξορθολογίκευσης της κοινωνικής και οικονομικής συμπεριφοράς, η απομάγευση του κόσμου ως προϋπόθεση για την ανάδυση του καπιταλισμού, η κυριαρχία της εργαλειακής ορθολογικότητας, ο κατακερματισμός των αξιών, η εξάπλωση των απρόσωπων κοινωνικών σχέσεων, η γραφειοκρατικοποίηση της εξουσίας, όλες αυτές τις έννοιες είτε τις συνέλαβε είτε τις επεξεργάστηκε και τις καθιέρωσε ο Βέμπερ. 

Ο Βέμπερ είχε γενικά κακοπάθει στην Ελλάδα. Το έργο του κυκλοφορούσε σε άνισες μεταφράσεις, και το magnum opus του, το Οικονομία και Κοινωνία, είχε τεμαχιστεί σε κάμποσα μικρά τομίδια, όπου χανόταν η συνάφεια με την συνολική σύλληψη του Βέμπερ. Η κατάσταση αυτή μεταβάλλεται ριζικά με την νέα, πλήρη έκδοση στα ελληνικά του Οικονομία και Κοινωνία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έκδοση που επιμελήθηκε ο Θανάσης Γκιούρας, με τις εκτενείς εισαγωγές, τις κατατοπιστικές σημειώσεις και την εξαιρετική μετάφρασή του, θα πρέπει να χαρακτηριστεί μνημειώδης. Ο Θανάσης Γκιούρας ορίζει εκ νέου τι σημαίνει έκδοση στα ελληνικά ενός κλασικού έργου.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε ο τέταρτος από τους έξι τόμους της ελληνικής έκδοσης, με αντικείμενο την πόλη. Πρόκειται ασφαλώς για ένα μικρό αριστούργημα. Δεν είναι μόνο ο πλούτος του ιστορικού υλικού και η ιδιοφυής οργάνωση και συστηματοποίησή του. Είναι πάνω απ’ όλα ο μεθοδολογικός σεβασμός του Βέμπερ απέναντι στο αντικείμενό του, η συνειδητή του προσπάθεια να μην εκβιάσει το αντικείμενο υπάγοντάς το σ’ έναν κοινό κανόνα ή αρχή, αλλά ακριβώς να αναδείξει τις διαφορές μεταξύ των φαινομένων.

Η πόλη δεν διαφέρει από τ’ άλλα είδη συνοικισμών μοναχά λόγω μεγέθους. Η πόλη, για τον Βέμπερ, δεν είναι απλά ένα μεγάλο χωριό. Πρώτο γνώρισμα της πόλης είναι ότι αποτελεί την έδρα μιας αγοράς. Η αγορά αυτή είναι οχυρωμένη και διαχωρίζεται από την τριγύρω ύπαιθρο. Η πόλη μ’ αυτή την σημασία, ως οχυρωμένη αγορά, εμφανίζεται παντού στον κόσμο. Ωστόσο, η πόλη σαν ένας ορισμένος σύνδεσμος των κατοίκων της υπό την μορφή ενός «σωματείου», του οποίου τα μέλη έχουν κοινά προνόμια, και το οποίο έχει εν μέρει τουλάχιστον δικό του δίκαιο και δικά του δικαστήρια, καθώς και μια, έστω μερική, αυτονομία κατά την διοίκηση των υποθέσεών του, εσωτερικών ή και εξωτερικών, αποτελεί φαινόμενο της Δύσης. Μονάχα στην Δύση, αρχαία και μεσαιωνική, οι κάτοικοι της πόλης έγιναν πολίτες. 

Στην πόλη οι φεουδαλικοί και δεσποτικοί δεσμοί της υπαίθρου διαρρηγνύονται. Η γη είναι ελεύθερα εκποιήσιμη. Η αντίθεση μεταξύ ελεύθερου και ανελεύθερου συχνά ακυρώνεται. Σύμφωνα με ένα βορειοευρωπαϊκό ρητό που επαναλαμβάνει ο Βέμπερ: «ο αέρας της πόλης σε κάνει ελεύθερο». Η πόλη στην Δύση συγκροτείται σαν μια αδελφότητα, εξ ου και οι κοινές λατρείες ενός πολιούχου θεού ή αγίου. Στην αρχή, η πόλη ιδρύεται ή κυριαρχείται από ορισμένα αρχοντικά γένη. Τόσο στην αρχαιότητα όμως όσο και στον Μεσαίωνα παρατηρείται μια κοσμοϊστορική εξέλιξη. Ο δήμος ή το πόπολο επιχειρεί να υποκαταστήσει τις αρχοντικές τάξεις στην διοίκηση της πόλεως, διεκδικώντας την νομική εξίσωση των κατοίκων: γεννιέται η δημοκρατία.

Ο Βέμπερ περιγράφει επίσης το πέρασμα από την δημοκρατία στην τυραννίδα, φαινόμενο που εμφανίστηκε τόσο στην αρχαιότητα όσο και στον μεσαίωνα. Ο τύραννος συμμαχεί είτε με κάποια αρχοντικά γένη είτε με μικροαστικά στρώματα, υποσχόμενος δύο πράγματα: εξάλειψη των χρεών στο εσωτερικό και στρατιωτικές επιτυχίες στο εξωτερικό. Παρατηρεί ότι η άνοδος της τυραννίδας συχνά συνοδεύεται από μια μετάβαση από την παραδοσιακή, τελετουργική θρησκεία σε καινοφανείς, εκστατικές λατρείες. 

Η πόλη ως μείζον πολιτικό και οικονομικό φαινόμενο δίνει στον Βέμπερ την ευκαιρία να εφαρμόσει σ’ ένα συγκεκριμένο αντικείμενο τα ευρύτερα συμπεράσματα του από την κοινωνιολογία της εξουσίας, της θρησκείας και του δικαίου. Γι’ αυτό τον λόγο ίσως ο συγκεκριμένος τόμος μπορεί να διαβαστεί σαν μια εξαιρετική εισαγωγή στην σκέψη του.

(Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 3 Αυγούστου 2008.)

Μαξ Βέμπερ

Οικονομία και Κοινωνία, τόμ. 6: Η Πόλη

Μετάφραση-Εισαγωγή: Θανάσης Γκιούρας

Εκδ. Σαββάλας, 2008