Φιλοσοφια στην Αθηνα


Κουέντιν Σκίνερ – Ερμηνεία και νόημα στην ιστορία των ιδεών
Ιουλίου 1, 2007, 12:13 πμ
Filed under: Παρουσίαση Διαλέξεων

SkinnerAspromavri

Την Τρίτη 8 Μαΐου ο Βρετανός ιστορικός της πολιτικής σκέψης Κουέντιν Σκίνερ αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσκεκλημένος του τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης. Ο Σκίνερ έχει καταξιωθεί ως ένας απο τους σημαντικότερους ιστορικούς των πολιτικών ιδεών, με έργα σταθμούς όπως τα Θεμέλια της Νεότερης Πολιτικής Σκέψης (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2005) και τις μονογραφίες του για τον Μακιαβέλι (εκδ. Νήσος, 2002) και τον Χόμπς. Εξίσου σημαντικές υπήρξαν οι αναλύσεις του πάνω στην έννοια της πολιτικής ελευθερίας και τη σχέση της με τον φιλελευθερισμό (Η Ελευθερία προτιμότερη από τον Φιλελευθερισμό, εκδ. Καρδαμίτσα, 2002). Η συνεισφορά του όμως στην φιλοσοφία της ερμηνείας υπήρξε ιδιαίτερα αποφασιστική και αποτέλεσε σημείο αφετηρίας μιας εξαιρετικά γόνιμης αντιπαράθεσης στο χώρο της ιστορίας των ιδεών.

 

Η παρέμβαση του Σκίνερ στην προβληματική της ερμηνείας πρωτοδιατυπώθηκε με μια σειρά σημαντικών άρθρων στη δεκαετία του 60 και του 70, στα οποία επιστράτευσε τη θεωρία τού οξφορδιανού φιλοσόφου Τζ. Λ. Ώστιν σχετικά με τα ομιλιακά ενεργήματα (βλ. Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις, εκδ. Εστία, 2003). Ο συγγραφέας ενός κειμένου με το κείμενό του δεν λέει απλώς κάτι, αλλά την ίδια στιγμή κάνει κάτι. Μια γλωσσική εκφορά, μια φράση, ένα κείμενο δεν έχει απλώς ένα γλωσσικό νόημα, αλλά αποτελεί συγχρόνως μια πράξη· μια πράξη η οποία λαμβάνει χώρα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, σε ένα ιστορικό περικείμενο. Το κείμενο δεν μπορεί να κατανοηθεί δίχως να αναδειχθεί η συνάφειά του με τις προθέσεις που το έφεραν στην επιφάνεια και το πλέγμα συμβάσεων εντός των οποίων εμφανίστηκε.

Οι απόψεις του Σκίνερ εξελίχθηκαν σημαντικά από τότε, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε στη διάλεξη με τίτλο «Είναι ακόμη δυνατό να ερμηνεύουμε κείμενα;» που έδωσε στο κτίριο «Κωστής Παλαμάς» του Πανεπιστημίου Αθηνών την Πέμπτη 10 Μαΐου. Η πραγμάτευση του ζητήματος στηρίχθηκε σε δύο πόλους αναφοράς: από τη μία είχαμε την φιλοσοφία της γλώσσας του ύστερου Βιτγκενστάιν και από την άλλη τις ερμηνευτικές τάσεις της λεγόμενης ηπειρωτικής παράδοσης, με προεξάρχοντες τον Ντεριντά (κυρίως της περιόδου του Περί Γραμματολογίας, εκδ. Γνώση, 1990) και τον Φουκώ.

Ο Σκίνερ επιχειρεί να δείξει πως η σύνδεση ενός κειμένου με την πρόθεση του δημιουργού δεν οδηγεί κατ’ αναγκή στον υποκειμενισμό και τον ψυχολογισμό. Το σφάλμα όσων υποστηρίζουν πως είναι αδύνατο να ανακτήσουμε τις προθέσεις ενός κειμένου είναι ότι εκλαμβάνουν τις προθέσεις σαν ιδιωτικές οντότητες κρυμμένες μες στο κεφάλι του δημιουργού (καταλογίζει στον Γκάνταμερ αυτό ακριβώς το ατόπημα). Ο Σκίνερ επιστρατεύει την βιτγκενσταϊνιανή αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι προθέσεις βρίσκονται από την ίδια τους τη φύση σε ένα δημόσιο πεδίο. Ο καλύτερος τρόπος να αντιληφθούμε ένα κείμενο είναι σαν μια πράξη συμμετοχής σε ένα διάλογο. Οι φιλόσοφοι, λέει ο Σκίνερ, ενδιαφέρονται πρωτίστως για επιχειρήματα. Όμως προκειμένου να κατανοηθεί ένα κείμενο, πρέπει να κατανοήσουμε για ποιο λόγο ο συγγραφέας επιχειρηματολογεί, σε ποια ερώτηση προσπαθεί να απαντήσει. Ο Σκίνερ συνδέει την παρατήρηση του Βιτγκενστάιν ότι το νόημα μιας λέξης συνίσταται στην χρήση της μέσα σε ένα γλωσσικό παιχνίδι με την θέση του Ρ. Τζ. Κόλινγκγουντ (του οποίου η πολύ ενδιαφέρουσα από φιλοσοφική άποψη Αυτοβιογραφία κυκλοφόρησε πρόσφατα, εκδ. Ίνδικτος, 2007) ότι η κατανοήση ενός κειμένου προϋποθέτει την ανάκτηση του δικτύου ερωτήσεων και αποκρίσεων εντός του οποίου είναι ενταγμένο.

Όταν ο Ντεριντά εξετάζει (Έμβολα, εκδ. Εστία, 2002) την πρόταση του Νίτσε «ξέχασα την ομπρέλα μου», παρατηρεί ότι είναι αδύνατο να είμαστε βέβαιοι για το τι ήθελε να πει ο συγγραφέας. Ο Σκίνερ αρνείται έναν τέτοιο ακραίο, όπως τον ονομάζει, σκεπτικισμό, διότι είναι θεμελιωμένος σε μια υπερβολή. Στην περίπτωση που εξετάζει ο Ντεριντά δεν έχουμε στη διάθεσή μας κανένα συγκεκριμένο πλαίσιο, στο οποίο να εντάξουμε το κείμενο. Το θέμα είναι ότι ο Ντεριντά μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα· διότι κατά κανόνα έχουμε τη δυνατότητα να τοποθετήσουμε το κείμενο εντός ενός περικειμένου. Συγχρόνως, ο Ντέριντα στηρίζει τον σκεπτικισμό του στο γεγονός ότι η βεβαιότητα είναι αδύνατη. Σκοπός όμως ενός ερμηνευτικού εγχειρήματος δεν είναι η βεβαιότητα· όπως παρατηρεί ο Σκίνερ, κάθε ερμηνεία είναι σε έσχατη ανάλυση υποθετική. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε δια της ερμηνείας να εμπλουτίσουμε την δική μας κατανόηση ενός κειμένου. Ο Σκίνερ συνοψίζει την άποψη του ως εξής: «κάποιος (ο συγγραφέας) συμμετέχει σε έναν διάλογο· προσπάθησε να τοποθετήσεις το κείμενο εντός του περικειμένου του». Αυτός είναι ο ερμηνευτικός κύκλος, ο οποίος υπ’αυτή την έννοια δεν συνίσταται σε έναν φαύλο κύκλο, αν και αποτελεί ένα εξαιρετικά περίπλοκο εγχείρημα.

Η διάλεξη του Σκίνερ αποτέλεσε μια ευκαιρία να δούμε έναν φιλόσοφο της λεγόμενης αγγλοσαξωνικής φιλοσοφικής παράδοσης να πλησιάζει και να οικειοποιείται με γόνιμο και κριτικό τρόπο θέματα και προβληματικές της λεγόμενης ηπειρωτικής φιλοσοφίας. Ο Σκίνερ είχε ήδη από τη δεκαετία του 80 συμβάλει στο γεφύρωμα των δύο παραδόσεων με την επιμέλεια του τόμου Μετά τον Εμπερισμό (εκδ. Κάτοπτρο, 2006), όπου παρουσιάζονται μια σειρά στοχαστών της ηπειρωτικής κυρίως σκέψης. Οι δύο παραδόσεις (που καλύτερο ίσως θα ήταν να προσδιορίζουμε ως αναλυτική και φαινομενολογική αντίστοιχα) χώρισαν τους δρόμους τους στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, αν και η καταγωγή τους ήταν από πολλές απόψεις κοινή: η αυστριακή φιλοσοφία των τελών του 19ου αιώνα, και ιδίως η φιλοσοφία του Φραντς Μπρεντάνο. Από εκεί ξεκινά η γραμμή των Φρέγκε, Ράσσελ και Βιτγκενστάιν που αποτέλεσε τη ραχοκοκκαλιά της αναλυτικής παράδοσης, αλλά και η γραμμή των Χούσερλ, Χάιντεγκερ, Σαρτρ, Γκάνταμερ που όρισαν την φαινομονολογική παράδοση.

Η τόσο σημαντική διαδικασία συμφιλίωσης και γεφύρωσης του χάσματος των δύο σχολών ήταν αργή και επιτελέστηκε χονδρικά σε τρία στάδια: πρώτον, με βάση τη φιλοσοφία της γλώσσας και τη λεγόμενη «γλωσσική στροφή», δεύτερον, με την οικειοποίηση του Καντ από μέρους της αναλυτικής παράδοσης (πράγμα που κατά κύριο λόγο επιτελέστηκε με το έργο του Στρώσον) και τρίτον με την πρόσφατη προσπάθεια της αναλυτικής φιλοσοφίας να προσοικειωθεί θέματα και μοτίβα της σκέψης του Χέγκελ (κυρίως στα έργα των Σέλλαρς, ΜακΝτάουελ και Μπράντομ). Μπορούμε εδώ να θυμηθούμε την άποψη του Ρόρτυ, ο οποίος σημείωνε στην εισαγωγή του στο Ο Εμπειρισμός και η Φιλοσοφία του Νου του Σέλλαρς (εκδ. Εστία, 2005): «είναι ευχάριστο να σκέφτεται κανείς ένα μέλλον όπου η βαρετή αναλυτικο-ηπειρωτική ρήξη θα θεωρείται εκ των υστέρων ως μια ατυχής, πρόσκαιρη διακοπή επικοινωνίας».

(δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 1 Ιουλίου 2007)

Advertisements

8 Σχόλια so far
Σχολιάστε

Αγαπητέ σχολάριε!

Είχα την τύχη να βρεθώ και εγώ στη 2η διάλεξη του καθ. Quentin Skinner.

Έχει πραγματικά μεγάλο ενδιαφέρον όλη αυτή η συζήτηση μεταξύ αγγλο-σαξωνικής παράδοσης και της λεγόμενης ηπειρωτικής (γαλλο-γερμανικής) που αναφέρετε.

Θα ήθελα να σημειώσω ακόμα ένα έργο του Skinner στα ελληνικά. Πρόκειται για το κείμενο «Γλώσσα και Κοινωνική Αλλαγή» το οποίο βρίσκεται στο βιβλίο «Ιστορία των Εννοιών. Διαδρομές της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας» το οποίο κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα από τις εκδόσεις ΕΜΝΕ-ΜΝΗΜΩΝ.

Σε αυτό το κείμενο ο Skinner συζητά το βιβλίο του Raymond Williams «Keywords».

Βασική θέση του Skinner έτσι όπως το κατάλαβα είναι ότι λέξη και έννοια δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Επίσης αναφέρει ότι οι γλωσσικές διαμάχες είναι και κοινωνικές αναφέροντας σαν παράδειγμα τη συζήτηση που είχαν προκαλέσει τα «έργα» του Μαρσέλ Ντυσάμπ. Όπως είδαμε και στην Ελλάδα είχαμε πρόσφατα παρόμοια συζήτηση.

Μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε ως έργα τέχνης; Ο Skinner υποστηρίζει ότι η διαφωνία αυτή δεν αναφύεται μόνο στο γλωσσικό επίπεδο αλλά και στο κοινωνικό. Όπως γράφει, «αντικείμενο της διαμάχης είναι εάν μια κατηγορία αντικειμένων πρέπει ή όχι να θεωρηθεί πως έχει υψηλό κύρος και σημασία. Και είναι προφανές ότι πολλά εξαρτώνται από το πώς θα απαντηθεί το ερώτημα αυτό».

Θα ήθελα όμως να διαβάσω περισσότερο το έργο του και με την επόμενη ευκαιρία να επανέλθω.

Σας ευχαριστώ πολύ!

Σχόλιο από Τάσος

Έχω να σχολιάσω μερικά πράγματα γιατί έχω παρακολουθήσει αρκετές διαλεξεις του Σκίνερ στο Κάιμπρητζ και έχω διαβάσει και βιβλία του και μία περίοδο πριν από δύο χρόνια μου την είχε δώσει και την είχα δει υπερασπιτής του Leo Strauss και μοιραία έπεφτα συνεχώς πάνω στον Σκίνερ. Όμως, πέρασα από εδώ για άλλη δουλειά. 🙂 Θα επανέλθω.

Σχόλιο από Aθήναιος

Αγαπητέ Τάσο,

Σας ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις σας. Έχει ασφαλώς μεγάλο ενδιαφέρον η χρήση της γλώσσας ως κοινωνικού και πολιτικού εργαλείου. Οι αγώνες για ισχύ διεξάγονται και στεφανώνονται με ιδέες και οι ιδέες στέκονται σε μια πολύ στενή σχέση με τις λέξεις τους.

Θα περιμένω με πολλή χαρά τη συνέχεια των παρατηρήσεών σας.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,
Σχολάριος

Σχόλιο από scholarios

Αγαπητέ Αθήναιε,

η παρουσία σας είναι πάντοτε μεγάλη χαρά. Τα περαιτέρω σχόλια σας είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτα. Ελπίζω να βρεθεί σύντομα η ευκαιρία να έχουμε εδώ και τις σκέψεις σας για τον Στράους.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,
Σχολάριος

Σχόλιο από scholarios

Αγαπητέ Σχολάριε

Το «Έμβολα» του Ντεριντά δεν το έχω διαβάσει (το Spurs είναι?) αλλά έχοντας διαβάσει το Limited Inc. στο οποίο ασχολείται εξαντλητικά με τον Searle (και τον Austin), θα έλεγα ότι δεν προσπαθεί να κάνει κανόνα την εξαίρεση, αλλά προσπαθεί να πει ότι η αδυναμία σαφούς προσδιορισμού πλαισίου (περικειμένου) και προθέσεων δεν είναι κάτι που μπορεί να συμβεί, δυστυχώς ή ευτυχώς, σε κάποια πρόταση, παρά είναι δομική προϋπόθεση κάθε πρότασης.

Ο Ντεριντά προσπαθεί ακριβώς να αμφισβητήσει τη διάκριση ανάμεσα σε κανόνα και εξαίρεση, προσπαθεί να δείξει ότι αυτό που θεωρούμε ως αυτονόητο νόημα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά νόημα καλά παγιωμένες (και άρρητες, ασυνείδητες) ερμηνευτικές αποφάσεις. Γι’ αυτό και εξάλλου, εν τέλει, ο Ντεριντά δεν απορίπτει ούτε την σημασία της πρόθεσης (το δηλώνει ρητά: η πρόθεση θα έχει σημαντικό αλλά όχι παντοδύναμο ρόλο), ούτε το ότι η επικοινωνία συνήθως είναι επιτυχημένη.

—-

ΥΓ Εξαιτρετικό blog πραγματικά, συμφωνώ απόλυτα με την κριτική σας για τον Dawkins.

Σχόλιο από Μαριάμπας

Και για να επεκτείνω λίγο περισσότερο τη σκέψη μου πιο πάνω (και ακολουθώντας τις ιδέες του Stanley Fish), δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να αρνηθεί ότι ερμηνεύουμε με βάση τις προθέσεις του συγγραφέα*.
Το θέμα όμως είναι, αν οι προθέσεις οι οποίες μας καθοδηγούν, είναι οι πραγματικές προθέσεις του συγγραφέα, ή απλώς αυτές που θεωρούμε εμείς οι ίδιοι ως πραγματικές προθέσεις; Με άλλα λόγια, πάντα ερμηνεύουμε βάσει προθέσεων, αλλά και αυτές οι προθέσεις, δεν είναι τίποτε άλλο παρά προϊόν ερμηνείας.

(Ο Fish δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: ένα ζευγάρι έχει τσακωθεί και ο άντρας απολογείται. Η γυναίκα ερμηνεύει -λόγω παλιότερων εμπειριών, λόγω συγκυριών εκείνης της στιγμής;- να ερμηνεύσει την απολογία ως ειρωνική, κάτι που συμβαίνει συχνά άλλωστε στην καθημερινή ζωή. Δεν λύνεται λοιπόν ο τσακωμός. Οι -«πραγματικές»-προθέσεις του άνδρα θα μείνουν άγνωστες, ή, πιο σωστά, θα ερμηνευθούν χωρίς τίποτα να μας εγγυάται ότι θα είναι οι «πραγματικές». Ακόμα κι αν η απολογία ήταν ειλικρινής, δεν θα το ξέρομε ποτέ με απόλυτη βεβαιότητα. Αυτ’ο δεν σημαίνει βέβαια ότι η ερμηνεία δεν μπορεί να συμπέσει με τις αρχικές προθέσεις. Αλλά αν συμβεί κάτι τέτοιο, αυτό δεν είναι επειδή οι αρχικές προθέσεις ήταν grounding principle.)

Κάτι ακόμα: ««κάποιος (ο συγγραφέας) συμμετέχει σε έναν διάλογο· προσπάθησε να τοποθετήσεις το κείμενο εντός του περικειμένου του»». Αυτή η αρχή είναι, νομίζω, πολύ κοντά στην σκέψη και την πρακτική του Ντεριντά ο οποίος, στην ύστερη τουλάχιστον φάση του, τόνιζε συνέχεια τον σεβασμό που οφείλουμε στον συγγραφέα ενός κειμένου, στο σεβασμό που οφείλουμε στην πράξη της υπογραφής, δλδ, στο να τολμήσουμε να βάλουμε το όνομά μας κάτω από ένα κείμενο και να εγγυηθούμε ότι το γράψαμε εμείς.

Συγγνώμη για την φλυαρία, και συγγνώμη αν βγήκα πολύ εκτός θέματος.

————–

* εκτός ίσως στη λογοτεχνική ερμηνεία αλλά εκεί είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο (αν υπάρχει διάκριση λογοτεχνικής και καθημερινής γλώσσας κλπ)

Σχόλιο από Μαριάμπας

Αγαπητέ Μαριάμπας,

σας ευχαριστώ θερμότατα για τις τόσο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις σας. Δεν είμαι έτοιμος αυτή τη στιγμή για μια τεκμηριωμένη συζήτηση για τον Ντεριντά και τον Φις. Επιφυλάσσομαι όμως για μια επιστροφή στην προβληματική της ερμηνείας στο σύντομο μέλλον.

Φιλικά,
Σχολάριος

Σχόλιο από scholarios

Είχα βρεθεί και εγώ σητν ομιλία του Skinner και δεν μπορώ να μην εκφράσω την εκτίμηση μου για το ιστορικό βάθος της γνώσης του, την γόνιμη ανα΄πτυξη της γενεαλογίας τυων όρων και την απλότητα του.
ΠΑΡΑΤΗΡΏ ΜΟΝΟ ΚΑΤΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Το βιβλίο Ελευθερία προτιμότερη του Φιλελευθερισμού είναι μια παράδεκτη μετάφραση του Libery before (όχι instead) Liberalism και βέβαια τρανταχτό δείγμα ελληνικής λαθροχειρίας και ανοησίας.
Πουθενά μέσα στο κείμενο δεν υπάρχει κάτι που να προδίδει πολεμική ενάντια στο φιλελευθερισμό και φυσικά ο ίδιος ο Skinner έχει τονίσει πως ο ίδιος αποφεύγει να εκφράσει την προσωπική του άποψη πάνω στο θέμα και περιορίζεται στην ιστορία των ιδεών -στην πρώτη διάλεξη του άλλωστε τον ενημέρωσαν για το γεγονός και είχε απορρήσει.
Για έναν άνθρωπο που ασχολείται με ιστορία της φιλοσοφίας και τβν εννοιών της είναι ειρωνικό ότι όλα σχεδόν τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί με παραποιημένους τίτλους.
Οπότε αγαπητέ σχολάριε δεν συζητά την ελευθερία σε σχέση με τον φιλελευθερισμό αλλά την γενεαλογία της έννοιας της ατομικής ελευθερίας και της ελευθερίας δράσης προτού αυτές αποκτήσουν κεντρική θέση στην φιελεύθερη δομή σκέψης.

Σχόλιο από Αλέξανδρος Αλεξανδρόπουλος




Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: