Φιλοσοφια στην Αθηνα


Καταστροφή, απάθεια, φυγή
Αύγουστος 17, 2007, 4:39 μμ
Filed under: Ζώο Πολιτικό

pentelifotia.jpg

(φωτογραφία: http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathextra_23_16/08/2007_200350#)

Χτες πήρε φωτιά και η Πεντέλη και σήμερα ο Αυτόπτης Μάρτυρας Χ.Μ. έγραψε στην Ελευθεροτυπία το ακόλουθο σημείωμα με τον εύγλωττο τίτλο «Δεν πάει να καεί όλη η Ελλάδα»:

Να ‘σαι μακριά από την Ελλάδα. Επιτέλους, λες. Να ξεφύγω από τα ασφυκτικά της «ωραίας μου πατρίδας». Της καθημερινότητας τα σκουπίδια, των επωνύμων τις «καυτές σαχλαμάρες». Την ανακύκλωση του τίποτα. Και ξαφνικά, «τρέχα», σου λένε, «καίγεται το σπίτι σου». Και ιδού, χάρη στη δορυφορική τηλεόραση, η παγκοσμιοποιημένη πυρκαγιά μου! Δίπλα στο σπίτι μου. Γύρω από το σπίτι μου. Γνώριμά μου πρόσωπα να τρέχουν αλαφιασμένα, ακόμα και δηλώσεις να κάνουν -απεγνωσμένοι αυτόπτες μάρτυρες- στα τηλεοπτικά κανάλια. Ποιος να μου το ‘λεγε; Κι όμως, όσο δυνάμωναν οι φλόγες τόσο πιο γλυκά με πλημμύριζε μια μαγική, σχεδόν γλυκιά απάθεια, που μου φώναζε «μη γυρίσεις». Και ταυτόχρονα, εκμηδένισε κάθε ανησυχία μου για την πιθανότητα το σπίτι να γίνει στάχτες. Είναι το μόνο μου περιουσιακό στοιχείο. Ενα ωραίο, άνετο διαμέρισμα στην Κηφισιά. Και το χρωστάω ακόμα, σχεδόν εξ ολοκλήρου -ακόμα τους τόκους πληρώνω από το δάνειο.

Κι όμως, πραγματικά, εκείνες τις ώρες που έβλεπα τα αεροπλάνα να περικυκλώνουν την πολυκατοικία μας και τους γείτονες να τρέχουν πέρα-δώθε με τους κουβάδες (ρομαντική μου, αξεπέραστη πατρίδα!), πολύ αυθόρμητα και πολύ ειλικρινά επαναλάμβανα μέσα μου τη φράση, «δεν πάει να καεί ολόκληρο». Και μετά:

«Δεν πάει να καεί όλη η Ελλάδα. Και τα σπίτια των πλουσίων. Και τα σπίτια των φτωχών. Και ό,τι ωραίο απέμεινε. Και η Ακρόπολη να καεί. Και οι Δελφοί επίσης. Και να μην ξαναγυρίσω ποτέ. Να μείνω εδώ που είμαι, να θυμάμαι μια Ελλάδα που ήταν κάποτε…».

Έχουμε στο κείμενο αυτό μια περιπαθή περιγραφή της ανάδυσης της στωικής απάθειας σαν στάσης για τη ζωή. Λέω απάθεια, επαναλαμβάνοντας τον συγγραφέα. Πιο καλά, είναι πει κανείς φυγή. Ο Χ.Μ. μάς δίνει μια κατακλυσμιαία εικόνα. Σκουπίδια της καθημερινότητας, καυτές σαχλαμάρες των επωνύμων, η ανακύκλωση του τίποτα. Και μετά η φωτιά. Ξανά. Αλλά τώρα καίγεται το σπίτι του. Και τώρα που η καταστροφή φτάνει το πιο δικό του πράγμα, το μοναδικό δικό του πράγμα όπως μας λέει, αυτό που γεννιέται μέσα του δεν είναι η εγρήγορση. Όχι, ο αγώνας είναι μάταιος. «Μια μαγική, σχεδόν γλυκιά απάθεια» τον πλημμύρισε και του φώναζε «μη γυρίσεις».

Ο Χ.Μ. είναι αλλού. Κι από εκεί που βρίσκεται κοιτάει προς τα δω, κι αυτό που βλέπει τον συνταράζει. Αλλά όχι, δεν τον συνταράζει πραγματικά, διότι η ταραχή έχει αποκτήσει πια έναν επαναληπτικό ρυθμό, έρχεται και επανέρχεται με μια προδιατεταγμένη κανονικότητα, και πλέον είναι προετοιμασμένος. Χάρη σε έναν αρχέγονο μηχανισμό της ζωής, ο Χ.Μ. προσαρμόστηκε στην επέλευση της καταστροφής. Τα χτυπήματα έρχονται το ένα μετά το άλλο με μιαν όλο κι αυξανόμενη ένταση, όμως ο αντίκτυπός τους πάνω του γίνεται όλο και πιο αμυδρός. Ώσπου όταν έρθει το τελικό χτύπημα, δεν νιώθει πια πόνο. Αυτό που νιώθει είναι μια γλυκειά απάθεια. Κι η απάθεια αυτή τον κάνει πια ανίκητο.

Έτσι ανίκητος που είναι δεν μπορεί πια τίποτα να τον κλονήσει. Κι είναι έτοιμος να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Ζητάει κι άλλη καταστροφή, μιας κι η απάθεια τον όπλισε με φοβερά όπλα. «Δεν πάει να καεί όλη η Ελλάδα». Και τα σπίτια πλούσιων και φτωχών. «Και ό,τι ωραίο απέμεινε». Για τον Σεφέρη η Ελλάδα πληγώνει, όπου κι αν βρίσκεσαι. Ο Χ.Μ. μάς ανακοινώνει την έλευση μιας μετασεφερικής εποχής. Ο Χ.Μ. μάς λέει κάτι νέο: τίποτε δεν τον πληγώνει πια. Ο Χ.Μ. ζητάει κι άλλη καταστροφή. Ζώντας την εποχή του ως το μεδούλι δεν διαγιγνώσκει μονάχα «το τέλος της ομορφιάς» σαν μια πολιτισμική τάση. Το διεκδικεί. «Κι ό,τι ωραίο απέμεινε». Ας καεί…

Ο Χ.Μ. είναι αλλού, είναι μακριά. Τώρα που έγινε ανίκητος, προκαλεί τον εχθρό του, την καταστροφή. Ζητάει την καταστροφή όντας ο ίδιος μακριά. Πρέπει να μιλήσουμε για χαιρεκακία; Όχι. Μοναχά για παραίτηση. Ο Χ.Μ. βρέθηκε σε έναν αγώνα όπου ένιωσε ότι μονάχα ηττάται. Ένιωσε πως ό,τι κι αν κάνει ο αγώνας είναι αδύνατο να κερδηθεί. Γι’αυτό θέλησε να βρεθεί, με ένα άλμα, σε μια θέση όπου πλέον δεν μπορεί να χάσει. Ο Χ.Μ. έγινε ανίκητος επειδή παραιτήθηκε.

Ο Χ.Μ. με έναν απ’αυτούς τους σωτήριους μηχανισμούς του ανθρώπινου ψυχισμού κραδαίνει την στωική του απάθεια σαν τρόπαιο. Μπορεί να μην κέρδισε τον αγώνα, κέρδισε όμως την παραίτηση. Αυτή είναι όλη δικιά του. Καθώς βρεθήκαμε στα εδάφη του στωικισμού, καλό θα ήταν να ρίξουμε μια ματιά στην στωική ψυχολογία. Οι στωικοί μιλάνε για την διαδικασία της οικείωσης, την διαδικασία με την οποία οποία ο άνθρωπος προσοικειώνεται τον κόσμο. Προσοικειώνομαι σημαίνει εδώ «το έχω για δικό μου», «μου είναι οικείο», «δεν μου είναι ξένο». Ο άνθρωπος πρώτα προσοικειώνεται τον ίδιο του τον εαυτό, το σώμα του, έπειτα τον ανθρώπινό του περίγυρο, έπειτα την πόλη του, έπειτα όλους τους ανθρώπους, έπειτα όλα τα ζώα, όλη τη φύση, όλο τον κόσμο. Ο κόσμος ο ίδιος, ολόκληρος, είναι για τον στωικό κάτι το ζωντανό, κι ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια μοίρα, ένα κομμάτι αυτού του κόσμου. Ο στωικός σοφός είναι οικειωμένος με τον κόσμο, ο κόσμος δεν του είναι ξένος. Ο στωικός είναι παντού στο σπίτι του.

Η απάθεια του Χ.Μ. αντιστρέφει αυτή τη διαδικασία της οικείωσης. Η απάθεια του στηρίζεται στο ανάποδο: στην αποξένωση. Ο Χ.Μ. νοιαζότανε για τον τόπο του, για το σπίτι του. Τα είχε για δικά του. Καμάρωνε γι’αυτά όταν τα έβλεπε στις ομορφιές τους και στεναχωριότανε όταν τα έβλεπε να καταστρέφονται. Όταν έβλεπε τον τόπο του να ξεφτιλίζεται ντρεπότανε, κι όταν μάθαινε για ένα κατόρθωμα του τόπου του, περηφανευότανε. Ήταν μέρος αυτού του τόπου. Τώρα που βλέπει στον τόπο του την καταστροφή πληγώνεται και ξαναπληγώνεται. Και δεν θέλει να πληγώνεται άλλο. Και τι κάνει λοιπόν; Αποξενώνεται, φεύγει και μένει μακριά.

Με μια ελεύθερη πράξη του ο Χ.Μ. αποδεσμεύθηκε. Το ότι μπόρεσε έτσι ελεύθερα να αποδεσμευθεί, δείχνει άλλωστε πως απ’την αρχή ελεύθερα δεσμεύτηκε. Μπορεί να μην διάλεξε ελεύθερα όταν γεννήθηκε αυτό τον τόπο για πατρίδα του, αλλά να βρέθηκε να ζει μέσα σ’αυτόν. Μπορεί να μην διάλεξε ελεύθερα αυτό το σπίτι για σπίτι του, αλλά να βρέθηκε μεγαλωμένος μέσα σ’αυτό. Μπορεί να μην διάλεξε τους γονιούς και τ’αδέρφια του ελεύθερα, αλλά να βρέθηκε με αυτούς τους γονιούς κι αυτά τ’αδέρφια. Αλλά αργότερα, κατόπιν εορτής, όταν αναρωτήθηκε άμα αυτός ο τόπος τον νοιάζει, αν αυτό το σπίτι το αγαπάει, είπε πως ναι, πως η μοίρα τους τον κόφτει, πως αναδέχεται αυτή τη δέσμευση.

Όμως τώρα, αυτό που προηγουμένως ήταν δικό του, δεν είναι πια δικό του, δεν το θέλει πια για δικό του. Η ζωντανή πραγματικότητα βρωμάει. Εκείνος προτιμάει να γυρίσει στη γη των αναμνήσεων. Στη φαντασίωση. Ο Χ.Μ. είναι πια αλλού και θέλει να μείνει αλλού. Ο Χ.Μ. δεν είναι πια ταξιδιώτης. Τώρα είναι ξένος. Και θέλει να μείνει ξένος. Ο Χ.Μ. μπορεί να κέρδισε την απάθεια, αλλά έχασε την πατρίδα του.

 

(Ας σημειωθεί ότι το κείμενό του Χ.Μ. ήταν απλώς ένα πρόσχημα για τις παραπάνω σκέψεις. Είναι παραπάνω από προφανές για μένα ότι ο Χ.Μ. με το κείμενό του διατύπωσε στοχασμούς που βρίσκονται στα κεφάλια των περισσότερων από εμάς. Να παρατηρήσω τέλος ότι δεν θα είχα χρησιμοποιήσει το παραπάνω κείμενο σαν αφορμή, αν δεν το θεωρούσα ένα εξαιρετικά καίριο και καλογραμμένο κείμενο. Ας μου συγχωρέσει την αυστηρότητα της κριτικής μου, η οποία θα μπορούσε να έχει εξίσου για στόχο εμένα τον ίδιο).

Advertisements

8 Σχόλια so far
Σχολιάστε

Όταν οι πολίτε σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο, παύουν να είναι πολίτες, παύουν να ανήκουν σε κοινωνία(πολιτεία), παύουν να έχουν λόγο στο πολιτικό γίγνεσθαι, παύουν να έχουν μέλλον με τα παραπάνω πεσιμιστικά και αποριπτέα, κατά την υποκειμενική μου γνώμη, γραφόμενα.
Δεν θέλω να σταματήσω το όνειρο και την ελπίδα για καλύτερη Ελλάδα.
Αυτό μόνο μου έμεινε και αυτό θέλω να το κρατήσω.
Έχω ένα εργαλείο που του κάνω χρήση κάθε 4 χρόνια, και είναι υποχρέωσή μου, αν θέλω να είμαι πολίτης και να υπηρετώ τη δημοκρατία.
Γιατί μόνο στην Ελλάδα έχουμε δημοκρατία.(Το τελευταίο για όσους έχουν βγει και παραέξω).

Σχόλιο από agiosthomas

Αγαπητέ «σχολάριε»,

Διάβασα την καλογραμμένη & εύστοχη ανάλυση σας στο επίσης εύστοχο και καλογραμμένο άρθρο απο την Ελευθεροτυπία.

Σίγουρα η Ελλάδα προκαλεί θλίψη σε όσους πραγματικά την αγαπάνε με όσα αρνητικά αυτή παρουσιάζει.

Επιπλέον έχετε αναντίρρητα δίκιο όταν λέτε ότι οι σκέψεις του Χ.Μ. βρίσκονται στα κεφάλια όλων μας.

Θα ήθελα απλά να θέσω και κάποια δικά μου απλοϊκά ερωτήματα.

1) Αναρωτιέμαι και εγώ πολλές φορές αν όντως η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα μια μαύρη και απελπιστική κατάσταση. Μια κατάσταση που να μας ωθήσει σε παραίτηση ή σε φυγή.

2) Αναρωτιέμαι επίσης τι κάνουμε όλοι εμείς οι πολίτες που απο τον καναπέ ασκούμε έντονη κριτική στο κράτος, την κυβέρνηση, τον Πολύδωρα, τον Φούρλα και ακόμα χειρότερα τους πυροσβέστες. Διάβαζα σε μια συνέντευξη στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής την άποψη δύο πυροσβεστών οι οποίοι με θλίψη δέχονται την κριτική κάθε «ειδικού», εκείνου ο οποίος αν αρπάξει φωτιά η κατσαρόλα ή η τοστιέρα του σπιτιού του θα το βάλει στα πόδια και θα καλέσει αμέσως την…Πυροσβεστική. Αυτός όμως ο «ειδικός» μιλάει για ολιγωρία, για άδεια ντεπόζιτα, για «αρχαία» Καναντέρ κτλπ. Πάντα απο την άνεση του καναπέ.
Δεν εννοώ φυσικά οτι πάντα πρέπει να έχουν άποψη οι ειδικοί (πχ δασολόγοι) ή οι άνθρωποι της δράσης.Με ενοχλεί όμως η εύκολη & αβασάνιστη κριτική.

3)Αλήθεια πόσοι απο εμάς έχουν γίνει ποτέ εθελοντές σε κάτι; Γιατί οι νέοι άνθρωποι αντί να κατακλύζουν τις παραλίες και τις πισίνες να μην ασχοληθούν έστω και λίγο με τον εθελοντισμό; Προγράμματα υπάρχουν αρκετά. Μια έρευνα στο διαδίκτυο θα μας πείσει. Ακούμε εξάλλου συνέχεια τις τελευταίες μέρες για «εθελοντές δασοπυροσβέστες» ή για την εθελοντική ομάδα διάσωσης του Ερυθρού Σταυρού η οποία έλαβε μέρος στην μεγάλη φωτιά του Αιγίου. Άραγε υπεράνθρωποι είναι όσοι πάνε εκεί ή είναι όλοι τους άνεργοι ή εισοδηματίες με τεράστιο απόθεμα ελεύθερου χρόνου,χωρίς οικογένειες ή φίλους;

4) Ας αφήσουμε λοιπόν τον Πολύδωρα και τον Καραμανλή και ας σκεφτούμε τι κάνουμε και εμείς στην πράξη. Δεν χρειάζεται να έρθει και στην δική μας πόρτα το κακό για να ξυπνίσουμε και να ψάχνουμε για την μάνικα!

5) Φυσικά μέσα στους «κριτικούς του καναπέ» ανήκω και εγώ πολλές φορές και δεν σας κρύβω πως ντρέπομαι για αυτό.

6)Συγνώμη αν το ύφος μου ήταν λίγο επιθετικό ή φάνηκε απλοϊκό. Σίγουρα τα όσα γίνονται τον τελευταίο καιρό έχουν συναισθηματική επίδραση στη σκέψη μου. Σας ευχαριστώ.

Σχόλιο από Τάσος

Υποθετικές ατάκες:
«Οταν ο αγώνας προβλέπεται μάταιος, το να συνεχίζω να πολεμώ είναι καθαρή ουτοπία και ο Δον Κιχώτης δεν ήταν ο αγαπημένος μου ήρωας.»
«Το να ψηφίζω κάθε 4 περίπου χρόνια δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι, εκτός αν βγει βουλευτής ή υπουργοποιηθεί κάποιος κολλητός μου.»

–>> Δεν έχω περιουσιακά στοιχεία σημαντικά που να με κρατούν εδώ πέρα -ούτε σόι και συγγενείς- και οι λεγόμενες υποχρεώσεις λήγουν σε 2 χρόνια με το τέλος των σπουδών του μικρότερου παιδιού μου, αλλά, παρά ταύτα, μένω και αγωνίζομαι. Μήπως κάτι δεν πάει καλά με το μυαλό μου; τι έχω, γιατρέ μου; Το κλίμα φταίει μάλλον που ασκεί έντονη μαγεία…
(αλλιώς, θα την είχα κοπανήσει εδώ και δεκαετίες)

Σχόλιο από Rodia

Σχολάριε,

Συνυπογράφω το γεμάτο ευαισθησία κείμενό σου. Είναι η μόνη μορφή πατριωτισμού την οποία αναγνωρίζω και καλοδέχομαι.

Σχόλιο από Μετεωρίτης

Ο νάρκισσος ατομισμός ενισχύει την κατακερματισμένη κοινωνία η οποία απαθής (στωϊκά;) παρακολουθεί την Μετέωρη Δημοκρατία να συνεχίζει την ελεύθερη πτώση της.

Κάποιοι όμως όταν ξεχύλισε το ποτήρι άφησαν την βολή τους και κατέβηκαν σους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας για να Μουτζώσουν την Μετέωρη Δημοκρατία

Όπως καταλαβαίνουμε όμως κάποια στιγμή η ελεύθερη πτώση θα σταματήσει, μάλλον με έναν ηχηρό γδούπο …!

Σχόλιο από Mirage

Καταλαβαίνω πως η θλίψη που προκαλεί μια πυρκαγιά μπορεί να γίνει αφόρητη, επειδή η καταστροφή που προκαλεί είναι ολοκληρωτική. Όταν κάτι καίγεται το κόβεις, το πετάς, δεν υπάρχει τρόπος να διορθωθεί και να χρησιμεύσει ξανά σε κάτι.

Όμως η τόση παραίτηση, η τόση θλίψη, που καθιστά τον άνθρωπο ανίκανο να υποφέρει κάτι που ακόμα μένει όμορφο (ενώ το δικό του όμορφο κάηκε, γιατί εμένα αυτό μου επικοινωνεί η «εξομολόγηση» του Χ.Μ.), δεν προκύπτει από τις άμυνες που ορθώνει το εύθραυστο «εγώ» του (αποσύνδεση), ούτε από την παιδική και αθώα δυσανεξία στην αδικία που καμιά φορά μας καταλαμβάνει στην Ελλάδα, ούτε βέβαια και από τη στωική στάση ζωής, λες και βρήκε ξανά κι αυτή τη θέση της στο σύγχρονο πολιτισμό μας!

Δεν αποξενώθηκε αυτός που αποχαιρετά με δραματικότητα την κοινωνία του. Αυτός που αποξενώνεται δε βγαίνει στο δημόσιο βήμα, δεν απευθύνεται, δεν αναγνωρίζει καμία απώλεια. Έτσι εφετζίδικα «απαρνιέται» την κοινωνία του αυτός που εξαργυρώνει την υποχρέωση των άλλων να ακούσουν τον πόνο του ακριβώς επειδή είναι συμπολίτες του.

Η παραίτηση και ο ουδός της παραίτησης είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητας και αποτέλεσμα της εκπαίδευσης και της αγωγής. Πόσο μεγάλη θλίψη χρειάζεται για να πάθει κανείς κατάθλιψη; Πόση ώρα αντέχει ένας ναυαγός να παλεύει με τα κύματα πριν αφήσει να τον πάρουν κάτω; Ποιο είναι αυτό το ποσό απογοήτευσης από τα κακώς κείμενα που οδηγεί τον πολίτη να απαρνηθεί την πατρίδα του;

Καθένας διατηρεί το δικαίωμα να έχει τα δικά του όρια και αντοχές, και να απελπίζεται όσο νωρίς ή αργά θέλει στη ζωή του. Κι ούτε είναι κανείς υποχρεωμένος να έχει πιεί το αλύπητο νερό. Όμως το να χρησιμοποιεί κανείς την καταστροφή για να εκλογικεύσει δημόσια τον ψυχικό του κάματο, αυτό θά ‘πρεπε η αιδώς να το αποτρέπει.

Σχόλιο από Ευρυδίκη

Πώς να αναπτερώσω το ηθικό μου, μετά τις φονικές πυρκαγιές; Αρκεί η οργή;

Σχόλιο από Rodia

Όποιος δεν έχει ή δε θα ήθελε να έχει σπίτι δίπλα ή μέσα σε δάσος να σηκώσει το χέρι του!
Να το σηκώσει όμως και όποιος έχει σπίτι σε περιοχή που ποτέ δεν υπήρξε δάσος.

Σχόλιο από moufasia




Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: