Φιλοσοφια στην Αθηνα


Η νέα εξωστρεφής μικρομεσαία ελληνική επιχειρηματικότητα
Οκτώβριος 31, 2010, 11:43 μμ
Filed under: Ζώο Πολιτικό

Τον Ιούνιο αυτού του χρόνου, σε μια περίοδο ανάποδη για τη χώρα, κυκλοφόρησε στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου ένα άρθρο με τον παράξενο τίτλο «Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι». Σε αυτό το άρθρο, ο συγγραφέας εφάρμοζε στην ελληνική περίπτωση τα εννοιολογικά εργαλεία μιας θεωρίας απ’ αυτές που συνήθως δεν πολυενδιαφέρουν τον Έλληνα αναγνώστη.

Ο μορφωμένος Έλληνας ή ο Έλληνας που επιθυμεί να γίνει μορφωμένος θεωρεί πιθανώς καθήκον του να έχει ικανές γνώσεις στους τομείς της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας και των εικαστικών, οπωσδήποτε στην πολιτική, ενδεχομένως στην ανθρωπολογία, ίσως στην κοινωνιολογία του πολιτισμού. Σπανίως όμως στρέφει το ενδιαφέρον του στα οικονομικά, κι ακόμα σπανιότερα αισθάνεται την ανάγκη να καλύψει τις σχετικές του ελλείψεις σε αυτό τον κλάδο. Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Οι πρόσφατες εγχώριες εξελίξεις ίσως να προκαλέσουν μια μεταβολή της εν λόγω κατάστασης, καθώς η ικανότητα να μιλάς για τα δημόσια πράγματα και να εκφέρεις την άποψή σου αναφορικά με το τι πρέπει να κάνουν οι πολιτικοί έχει αρχίσει να μοιάζει να προϋποθέτει, με τρόπο κάπως πιο χειροπιαστό απ’ ό,τι συνέβαινε μέχρι πρόσφατα, μια σχετική δεξιότητα στον χειρισμό οικονομικών εννοιών.

Η θεωρία που χρησιμοποιείται στο περί ου ο λόγος άρθρο μπορεί να χαρακτηριστεί με τον γενικό τίτλο «θεσμική ή νεοθεσμική οικονομική ανάλυση». Ο Αρίστος Δοξιάδης, ο συγγραφέας του άρθρου, δεν είναι ο πρώτος που εφαρμόζει στα ελληνικά πράγματα τη θεσμική ή νεοθεσμική οικονομική ανάλυση. Το 2006 ο Θεόδωρος Πελαγίδης και ο Μιχάλης Μητσόπουλος είχαν δημοσιεύσει ένα βιβλίο που ονομαζόταν «Ανάλυση της ελληνικής οικονομίας. Η προσοδοθηρία και οι μεταρρυθμίσες». Επρόκειτο για μια ρηξικέλευθη ανάλυση της ελληνικής οικονομίας, στην οποία οι συγγραφείς, εφαρμόζοντας τα εργαλεία της θεσμικής οικονομικής ανάλυσης, έφερναν στην επιφάνεια ένα φαινόμενο, που μέχρι τότε δεν είχε θεματοποιηθεί με ακρίβεια ως προεξάρχον χαρακτηριστικό της εντόπιας οικονομικής ζωής ―το φαινόμενο της προσοδοθηρίας―, και το αναδείκνυαν ως πρωτεύον αίτιο της δυσερμήνευτης συλλογικής αντίστασης των Ελλήνων σε μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα που σε πρώτη εντύπωση μοιάζουν επωφελή για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.Μέσα από την ανάλυσή τους, ο Πελαγίδης και ο Μητσόπουλος αποκαθιστούσαν τη χαμένη ορθολογικότητα των Ελλήνων, οι οποίοι συχνά εμφανίζονταν σαν παράδοξα, αυτοκαταστροφικά όντα, που για λόγους ανεξήγητους στρέφονται συνειδητά και συστηματικά ενάντια στο συμφέρον το δικό τους και των παιδιών τους: ο Πελαγίδης και ο Μητσόπουλος μάς επέτρεψαν να δούμε ότι, αντιθέτως, στην Ελλάδα η εξυπηρέτηση του συμφέροντος επιδιώκεται με τρόπο ρωμαλέο, αν και απαιτείται ιδιαίτερος θεωρητικός κόπος ώστε να διακρίνουμε πώς έχει μεταμφιεστεί το συμφέρον αυτό. Το 2010, οι δύο συγγραφείς επανήλθαν με ένα νέο βιβλίο με τίτλο «Η στιγμή της στροφής για την ελληνική οικονομία», όπου η κύρια έμφαση δίνεται στην ανάλυση, και πάλι μέσα από το πρίσμα της θεσμικής οικονομικής θεώρησης, του φαινομένου της διαφθοράς στην ελληνική πολιτική και οικονομική ζωή.Τα δύο αυτά έργα των Πελαγίδη και Μητσόπουλου προβάλλουν το βαθύρριζο κοινωνικό υπόβαθρο της πολυλάλητης ελληνικής οικονομικής ιδιαιτερότητας, η οποία έφτασε τον τελευταίο καιρό να γίνει αντικείμενο διεθνούς ενδιαφέροντος, πράγμα όχι χαρμόσυνο, παρά την απρόσμενη δόξα. (Αξίζει, εν παρόδω, να υπογραμμιστεί η πολύ σημαντική εργασία που έχει συντελεστεί στην ελληνική βιβλιογραφία μέσα από τη μετάφραση βασικών έργων της συγκεκριμένης θεωρητικής σχολής, ιδίως στις εκδόσεις Παπαζήση, με τις δύο σειρές που διευθύνουν ο Θεόδωρος Μητσόπουλος και ο Ηλίας Κατσούλης).

Στο άρθρο του, ο κ. Δοξιάδης, χρησιμοποιώντας τα ίδια περίπου θεωρητικά εργαλεία, και αξιοποιώντας με ευρηματικό τρόπο ευρέως διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα, επιχειρεί να καλύψει το χάσμα μεταξύ «δημώδους εμπειρίας» και «λόγιας θεωρίας». Ο κ. Δοξιάδης στρέφει την προσοχή του σε τρία χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομικής ζωής: πρώτο, ότι (συγκριτικά) πολλοί Έλληνες έχουν δική τους (μικρού ή μεσαίου μεγέθους) επιχείρηση και δική τους (πάλι, μικρού ή μεσαίου μεγέθους) ακίνητη περιουσία, δεύτερο, ότι (συγκριτικά) πολλοί Έλληνες έχουν άτυπη ή νομότυπη πρόσβαση στην πολιτική εξουσία με τρόπο που να τους διασφαλίζει κάποιο (μικρό ή μεγάλο) εισόδημα ―εισόδημα που δεν προέρχεται κατ’ ανάγκην από παραγωγική εργασία και που δεν συνοδεύεται από το ρίσκο που κατ’ αρχήν ενέχει μια οικονομική επένδυση―, τρίτο, ότι (συγκριτικά) πολλοί Έλληνες αποφεύγουν να συνεργαστούν μεταξύ τους ενόψει μιας κοινής επιδίωξης, καθώς μπορούν να πετυχαίνουν (συγκριτικά) εύκολα πολλούς στόχους τους δίχως το πιθανό κόστος της συνεργασίας. Ο κ. Δοξιάδης καταφέρνει να μας κάνει να δούμε με έναν καινοτόμο και διαφωτιστικό τρόπο τη συλλογική μας ζωή και ώς έναν βαθμό τους ορίζοντες της κοινής μας μοίρας.

Με πολλούς τρόπους αναφαίνεται σήμερα η προτίμηση των περισσότερο ή λιγότερο μορφωμένων Ελλήνων στην εξάσκηση της ικανότητας τους στον σχολιασμό ερμηνειών και απόψεων έναντι της εργασίας στην αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης. Δεν έχει σημασία αν αυτό οφείλεται στο ότι έχουμε ως λαός κάποια ιδιαίτερη έφεση στην πρώτη δραστηριότητα ή στο ότι απλώς τούτο είναι πιο εύκολο ή πιθανώς πιο αποτελεσματικό δεδομένων των στόχων ενόψει των οποίων χρησιμοποιούμε τις διανοητικές μας δεξιότητες. Σε κάθε περίπτωση, η τρέχουσα κατάστασή μας, η λεγόμενη «Κρίση» μας, μας ανάγκαζει να στοχαστούμε συστηματικότερα «τι μας συμβαίνει;» ― πράγμα που δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά: «πώς ζούμε;» ή «πώς λειτουργούμε δεδομένων των συνθηκών;».

Λέγεται πως τότε είναι γνήσια και αληθινή η θεωρία όταν πατάει στο έδαφος της εμπειρίας. Η θεωρία (το ίδιο και η τέχνη άλλωστε) πρέπει να εργαστεί ώστε να γίνει «ειλικρινής». Μα και η εμπειρία, από την άλλη, χρειάζεται να έχει καλλιεργηθεί κατάλληλα ώστε να μπορεί να προσλάβει την πραγματικότητα σε όλη της την πολυμορφία. Η μελέτη του κ. Δοξιάδη χαρακτηρίζεται απ’ αυτό το συνδυασμό οξυδέρκειας στο εμπειρικό επίπεδο και θεωρητικής ευρηματικότητας. Καταφέρνει, σε ένα πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, να κάνει αυτό που θέλουμε να κάνει κάθε θεωρητική εργασία: να μας επιτρέψει να βλέπουμε πιο καθαρά αυτό που πριν το βλέπαμε πιο συγκεχυμένα, και να βλέπουμε καλύτερα γιατί αυτό που βλέπουμε είναι όπως είναι. Και, όπως νομίζω δείχνει η παρακάτω μαγνητοσκοπημένη ομιλία, να δούμε πώς θα μπορούσαμε να κινηθούμε ώστε να αλλάξει αυτό που βλέπουμε, και να δούμε κάτι διαφορετικό.

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: