Φιλοσοφια στην Αθηνα


Η νέα εξωστρεφής μικρομεσαία ελληνική επιχειρηματικότητα
Οκτώβριος 31, 2010, 11:43 μμ
Filed under: Ζώο Πολιτικό

Τον Ιούνιο αυτού του χρόνου, σε μια περίοδο ανάποδη για τη χώρα, κυκλοφόρησε στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου ένα άρθρο με τον παράξενο τίτλο «Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι». Σε αυτό το άρθρο, ο συγγραφέας εφάρμοζε στην ελληνική περίπτωση τα εννοιολογικά εργαλεία μιας θεωρίας απ’ αυτές που συνήθως δεν πολυενδιαφέρουν τον Έλληνα αναγνώστη.

Ο μορφωμένος Έλληνας ή ο Έλληνας που επιθυμεί να γίνει μορφωμένος θεωρεί πιθανώς καθήκον του να έχει ικανές γνώσεις στους τομείς της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας και των εικαστικών, οπωσδήποτε στην πολιτική, ενδεχομένως στην ανθρωπολογία, ίσως στην κοινωνιολογία του πολιτισμού. Σπανίως όμως στρέφει το ενδιαφέρον του στα οικονομικά, κι ακόμα σπανιότερα αισθάνεται την ανάγκη να καλύψει τις σχετικές του ελλείψεις σε αυτό τον κλάδο. Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Οι πρόσφατες εγχώριες εξελίξεις ίσως να προκαλέσουν μια μεταβολή της εν λόγω κατάστασης, καθώς η ικανότητα να μιλάς για τα δημόσια πράγματα και να εκφέρεις την άποψή σου αναφορικά με το τι πρέπει να κάνουν οι πολιτικοί έχει αρχίσει να μοιάζει να προϋποθέτει, με τρόπο κάπως πιο χειροπιαστό απ’ ό,τι συνέβαινε μέχρι πρόσφατα, μια σχετική δεξιότητα στον χειρισμό οικονομικών εννοιών.

Η θεωρία που χρησιμοποιείται στο περί ου ο λόγος άρθρο μπορεί να χαρακτηριστεί με τον γενικό τίτλο «θεσμική ή νεοθεσμική οικονομική ανάλυση». Ο Αρίστος Δοξιάδης, ο συγγραφέας του άρθρου, δεν είναι ο πρώτος που εφαρμόζει στα ελληνικά πράγματα τη θεσμική ή νεοθεσμική οικονομική ανάλυση. Το 2006 ο Θεόδωρος Πελαγίδης και ο Μιχάλης Μητσόπουλος είχαν δημοσιεύσει ένα βιβλίο που ονομαζόταν «Ανάλυση της ελληνικής οικονομίας. Η προσοδοθηρία και οι μεταρρυθμίσες». Επρόκειτο για μια ρηξικέλευθη ανάλυση της ελληνικής οικονομίας, στην οποία οι συγγραφείς, εφαρμόζοντας τα εργαλεία της θεσμικής οικονομικής ανάλυσης, έφερναν στην επιφάνεια ένα φαινόμενο, που μέχρι τότε δεν είχε θεματοποιηθεί με ακρίβεια ως προεξάρχον χαρακτηριστικό της εντόπιας οικονομικής ζωής ―το φαινόμενο της προσοδοθηρίας―, και το αναδείκνυαν ως πρωτεύον αίτιο της δυσερμήνευτης συλλογικής αντίστασης των Ελλήνων σε μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα που σε πρώτη εντύπωση μοιάζουν επωφελή για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.Μέσα από την ανάλυσή τους, ο Πελαγίδης και ο Μητσόπουλος αποκαθιστούσαν τη χαμένη ορθολογικότητα των Ελλήνων, οι οποίοι συχνά εμφανίζονταν σαν παράδοξα, αυτοκαταστροφικά όντα, που για λόγους ανεξήγητους στρέφονται συνειδητά και συστηματικά ενάντια στο συμφέρον το δικό τους και των παιδιών τους: ο Πελαγίδης και ο Μητσόπουλος μάς επέτρεψαν να δούμε ότι, αντιθέτως, στην Ελλάδα η εξυπηρέτηση του συμφέροντος επιδιώκεται με τρόπο ρωμαλέο, αν και απαιτείται ιδιαίτερος θεωρητικός κόπος ώστε να διακρίνουμε πώς έχει μεταμφιεστεί το συμφέρον αυτό. Το 2010, οι δύο συγγραφείς επανήλθαν με ένα νέο βιβλίο με τίτλο «Η στιγμή της στροφής για την ελληνική οικονομία», όπου η κύρια έμφαση δίνεται στην ανάλυση, και πάλι μέσα από το πρίσμα της θεσμικής οικονομικής θεώρησης, του φαινομένου της διαφθοράς στην ελληνική πολιτική και οικονομική ζωή.Τα δύο αυτά έργα των Πελαγίδη και Μητσόπουλου προβάλλουν το βαθύρριζο κοινωνικό υπόβαθρο της πολυλάλητης ελληνικής οικονομικής ιδιαιτερότητας, η οποία έφτασε τον τελευταίο καιρό να γίνει αντικείμενο διεθνούς ενδιαφέροντος, πράγμα όχι χαρμόσυνο, παρά την απρόσμενη δόξα. (Αξίζει, εν παρόδω, να υπογραμμιστεί η πολύ σημαντική εργασία που έχει συντελεστεί στην ελληνική βιβλιογραφία μέσα από τη μετάφραση βασικών έργων της συγκεκριμένης θεωρητικής σχολής, ιδίως στις εκδόσεις Παπαζήση, με τις δύο σειρές που διευθύνουν ο Θεόδωρος Μητσόπουλος και ο Ηλίας Κατσούλης).

Στο άρθρο του, ο κ. Δοξιάδης, χρησιμοποιώντας τα ίδια περίπου θεωρητικά εργαλεία, και αξιοποιώντας με ευρηματικό τρόπο ευρέως διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα, επιχειρεί να καλύψει το χάσμα μεταξύ «δημώδους εμπειρίας» και «λόγιας θεωρίας». Ο κ. Δοξιάδης στρέφει την προσοχή του σε τρία χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομικής ζωής: πρώτο, ότι (συγκριτικά) πολλοί Έλληνες έχουν δική τους (μικρού ή μεσαίου μεγέθους) επιχείρηση και δική τους (πάλι, μικρού ή μεσαίου μεγέθους) ακίνητη περιουσία, δεύτερο, ότι (συγκριτικά) πολλοί Έλληνες έχουν άτυπη ή νομότυπη πρόσβαση στην πολιτική εξουσία με τρόπο που να τους διασφαλίζει κάποιο (μικρό ή μεγάλο) εισόδημα ―εισόδημα που δεν προέρχεται κατ’ ανάγκην από παραγωγική εργασία και που δεν συνοδεύεται από το ρίσκο που κατ’ αρχήν ενέχει μια οικονομική επένδυση―, τρίτο, ότι (συγκριτικά) πολλοί Έλληνες αποφεύγουν να συνεργαστούν μεταξύ τους ενόψει μιας κοινής επιδίωξης, καθώς μπορούν να πετυχαίνουν (συγκριτικά) εύκολα πολλούς στόχους τους δίχως το πιθανό κόστος της συνεργασίας. Ο κ. Δοξιάδης καταφέρνει να μας κάνει να δούμε με έναν καινοτόμο και διαφωτιστικό τρόπο τη συλλογική μας ζωή και ώς έναν βαθμό τους ορίζοντες της κοινής μας μοίρας.

Με πολλούς τρόπους αναφαίνεται σήμερα η προτίμηση των περισσότερο ή λιγότερο μορφωμένων Ελλήνων στην εξάσκηση της ικανότητας τους στον σχολιασμό ερμηνειών και απόψεων έναντι της εργασίας στην αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης. Δεν έχει σημασία αν αυτό οφείλεται στο ότι έχουμε ως λαός κάποια ιδιαίτερη έφεση στην πρώτη δραστηριότητα ή στο ότι απλώς τούτο είναι πιο εύκολο ή πιθανώς πιο αποτελεσματικό δεδομένων των στόχων ενόψει των οποίων χρησιμοποιούμε τις διανοητικές μας δεξιότητες. Σε κάθε περίπτωση, η τρέχουσα κατάστασή μας, η λεγόμενη «Κρίση» μας, μας ανάγκαζει να στοχαστούμε συστηματικότερα «τι μας συμβαίνει;» ― πράγμα που δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά: «πώς ζούμε;» ή «πώς λειτουργούμε δεδομένων των συνθηκών;».

Λέγεται πως τότε είναι γνήσια και αληθινή η θεωρία όταν πατάει στο έδαφος της εμπειρίας. Η θεωρία (το ίδιο και η τέχνη άλλωστε) πρέπει να εργαστεί ώστε να γίνει «ειλικρινής». Μα και η εμπειρία, από την άλλη, χρειάζεται να έχει καλλιεργηθεί κατάλληλα ώστε να μπορεί να προσλάβει την πραγματικότητα σε όλη της την πολυμορφία. Η μελέτη του κ. Δοξιάδη χαρακτηρίζεται απ’ αυτό το συνδυασμό οξυδέρκειας στο εμπειρικό επίπεδο και θεωρητικής ευρηματικότητας. Καταφέρνει, σε ένα πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, να κάνει αυτό που θέλουμε να κάνει κάθε θεωρητική εργασία: να μας επιτρέψει να βλέπουμε πιο καθαρά αυτό που πριν το βλέπαμε πιο συγκεχυμένα, και να βλέπουμε καλύτερα γιατί αυτό που βλέπουμε είναι όπως είναι. Και, όπως νομίζω δείχνει η παρακάτω μαγνητοσκοπημένη ομιλία, να δούμε πώς θα μπορούσαμε να κινηθούμε ώστε να αλλάξει αυτό που βλέπουμε, και να δούμε κάτι διαφορετικό.

Advertisements


Σχετικα με το προβλημα των ναρκωτικων

polemosopioucebcceb9cebacf81cebf

Πρόσφατα, μοιάζει να επανήλθε στο προσκήνιο η συζήτηση πάνω στο πρόβλημα των ναρκωτικών. Με αυτή την ευκαιρία, μεταφράζονται παρακάτω δύο κείμενα που ίσως να μπορούσαν να συμβάλουν στο σχετικό διάλογο. Το πρώτο δημοσιεύτηκε στη Wall Street Journal και το υπογράφουν τρεις πρώην πρόεδροι της Βραζιλίας, της Κολομβίας και του Μεξικού, μετά τη δημοσίευση της αναφοράς της Λατινοαμερικανικής Επιτροπής για τα Ναρκωτικά και τη Δημοκρατία στην οποία συμμετέχουν. Το δεύτερο δημοσιεύτηκε στις αρχές του μήνα στον Economist.

 

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΑΠΕΤΥΧΕ

των Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο, Θέσαρ Γκαβίρια και Ερνέστο Σεντίγιο

Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών απέτυχε. Και είναι πια καιρός να αντικαταστήσουμε μια αναποτελεσματική στρατηγική με πολιτικές που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα με πιο ανθρώπινο και ουσιαστικό τρόπο. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της αναφοράς της Λατινοαμερικανικής Επιτροπής για τα Ναρκωτικά και τη Δημοκρατία που πρόσφατα παρουσιάσαμε στο κοινό στο Ρίο ντε Τζανέιρο.

Οι κατασταλτικές πολιτικές που βασίζονται στην εξάλειψη, την απαγόρευση και την ποινικοποίηση της κατανάλωσης απλούστατα δεν απέδωσαν. Η βία και το οργανωμένο έγκλημα που σχετίζονται με το εμπόριο ναρκωτικών εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμα προβλήματα στις χώρες μας. Η Λατινική Αμερική παραμένει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας κοκαΐνης και κάνναβης στον κόσμο, και γρήγορα γίνεται ο μεγαλύτερος εφοδιαστής οπίου και ηρωίνης. Σήμερα, είμαστε πιο μακριά από ποτέ από τον στόχο της εξάλειψης των ναρκωτικών.

Τα τελευταία 30 χρόνια, η Κολομβία εφάρμοσε κάθε μέτρο που θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς για την καταπολέμηση του εμπόριου ναρκωτικών στο πλαίσιο μιας γιγάντιας προσπάθειας, στην οποία όμως τα οφέλη δεν αντιστοιχούσαν στους επενδυόμενους πόρους. Παρά τις επιτυχίες της χώρας στη μείωση των επιπέδων της βίας και της εγκληματικότητας, οι περιοχές παράνομης καλλιέργειας εξαπλώνονται και πάλι. Στο Μεξικό ― άλλο κέντρο της διακίνησης ναρκωτικών― η σχετιζόμενη με τα ναρκωτικά βία ευθύνεται για πάνω από 5.000 χαμένες ζωές κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους και μόνο.

Η αναθέωρηση των αμερικανικής εμπνεύσεως πολιτικών είναι επιτακτική, δεδομένων των αυξανόμενων επιπέδων βίας και διαφθοράς που συνδέονται με τα ναρκωτικά. Η τρομακτική δύναμη των καρτέλ ναρκωτικών οδηγεί σε μια ποινικοποίηση της πολιτικής και μια πολιτικοποίηση του εγκλήματος. Και η διαφθορά του δικαστικού και πολιτικού συστήματος υπονομεύει τα θεμέλια της δημοκρατίας σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Το πρώτο βήμα στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων είναι η αναγνώριση των καταστροφικών συνεπειών των τωρινών πολιτικών. Έπειτα, πρέπει να ανατρέψουμε τα ταμπού που κατατρύχουν τον δημόσιο διάλογο αναφορικά με τα ναρκωτικά στις κοινωνίες μας. Οι πολιτικές κατά των ναρκωτικών είναι βαθιά ριζωμένες σε προκαταλήψεις και φόβους που συχνά λίγη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Η συνάφεια μεταξύ ναρκωτικών και εγκλήματος περιθωριοποιεί τους τοξικομανείς σε κλειστούς κύκλους, όπου εκτίθενται ακόμη περισσότερο στο οργανωμένο έγκλημα.

Προκειμένου να περιορίσουμε δραστικά τις επιπτώσεις των ναρκωτικών, η μακροπρόθεσμη λύση είναι να μειώσουμε τη ζήτηση για ναρκωτικά στις κύριες καταναλώτριες χώρες. Για να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προβούμε σε διαφοροποιήσεις μεταξύ των παράνομων ουσιών ανάλογα με τις επιπτώσεις της καθεμιάς στην υγεία, αλλά και στην κοινωνική συνοχή.

Με αυτό το πνεύμα, προτείνουμε μια μεταβολή προτύπου στις πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος των ναρκωτικών, πάνω στη βάση τριών καθοδηγητικών αρχών: μείωση των επιπτώσεων των ναρκωτικών, περιορισμός της κατανάλωσης ναρκωτικών ουσιών μέσω της εκπαίδευσης και επιθετική καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Προκειμένου να μετατρέψουμε το νέο αυτό πρότυπο σε πράξη πρέπει να ξεκινήσουμε μεταβάλλοντας το καθεστώς των τοξικομανών από αγοραστές ναρκωτικών στην παράνομη αγορά σε ασθενείς που τυγχάνουν της φροντίδας του δημόσιου συστήματος υγείας.


Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ



Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΑΚ ΟΜΠΑΚΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ
Ιανουαρίου 21, 2009, 2:15 πμ
Filed under: Ζώο Πολιτικό, Μεταγλωττίσεις | Ετικέτες: , , ,

Αυτή είναι μια πρώτη μετάφραση του λόγου που εκφώνησε ο Μπαράκ Ομπάμα στην ορκωμοσία του. Οι παρατηρήσεις είναι ευπρόσδεκτες. 

washington-crossing-the-delaware-river-revolutionary-war-independence-2007-news-white-house-com


Συμπολίτες μου,

Στέκομαι σήμερα εδώ, με ταπεινότητα απέναντι στην αποστολή που έχουμε μπροστά μας, με ευγνωμοσύνη για την εμπιστοσύνη που μου δείξατε, με το πνεύμα προσηλωμένο στις θυσίες των προγόνων μας. Ευχαριστώ τον Πρόεδρο Μπους για τις υπηρεσίες του στο έθνος, καθώς και για τη γενναιοδωρία που επέδειξε και τη συνεργασία που προσέφερε κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου.

Σαράντα τέσσερεις Αμερικανοί έχουνε πλέον δώσει τον προεδρικό όρκο. Τα λόγια αυτά εκφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια πλημμυριδών ευημερίας και με τη νηνεμία της ειρήνης. Ωστόσο, ο όρκος ενίοτε δόθηκε με τον ουρανό συννεφιασμένο και με άγριες καταιγίδες. Εκείνες τις στιγμές, η Αμερική συνέχισε τον δρόμο της όχι μόνο χάρη στην ικανότητα ή το όραμα αυτών που κατείχαν τα ανώτερα αξιώματα, αλλά διότι Εμείς ο Λαός μείναμε πιστοί στα ιδανικά των προγόνων μας και διαφυλάξαμε τα ιδρυτικά  μας κείμενα.

Έτσι συνέβη. Έτσι πρέπει να συμβεί και με αυτή τη γενιά Αμερικανών.

Ότι είμαστε εν τω μέσω μιας κρίσης είναι πλέον ξεκάθαρο. Το έθνος μας είναι σε πόλεμο, ενάντιο σε ένα πολυδαίδαλο δίκτυο βίας και μίσους. Η οικονομία μας είναι σοβαρά αποδυναμωμένη, εξαιτίας της απληστίας και της ανευθυνότητας ορισμένων, μα κι εξαιτίας της συλλογικής μας αδυναμίας να λάβουμε σκληρές αποφάσεις και να προετοιμάσουμε το έθνος για μία νέα εποχή. Σπίτια χάθηκαν· θέσεις εργασίας εξανεμίστηκαν· επιχειρήσεις κατέρρευσαν. Η υγειονομική μας περίθαλψη είναι υπερβολικά δαπανηρή· τα σχολεία μας ανεπαρκή· και καθημερινά καταδεικνύεται όλο και πιο περίτρανα ότι οι τρόποι που χρησιμοποιούμε την ενέργεια ενισχύουν τους αντιπάλους μας και απειλούν τον πλανήτη μας.

Αυτοί είναι οι δείκτες της κρίσης που μπορούν να μετρηθούν με στατιστικά στοιχεία. Λιγότερο μετρήσιμος, αλλά όχι λιγότερο βαθύς είναι ένας κλονισμός της εμπιστοσύνης σε ολόκληρη την επικράτειά μας ―ένας επίμονος φόβος ότι η παρακμή της Αμερικής είναι αναπόδραστη, και ότι η επόμενη γενιά θα πρέπει να μειώσει τις προσδοκίες της.

Σήμερα, σας λέω ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι πραγματικές. Είναι σοβαρές και είναι πολλές.

Δεν θα ξεπεραστούνε εύκολα ούτε σε λίγο καιρό. Αλλά μάθε αυτό, Αμερική ― θα ξεπεραστούν. Τούτη τη μέρα, είμαστε μαζεμένοι εδώ γιατί επιλέξαμε την ελπίδα αντί για τον φόβο, την ενότητα των σκοπών αντί για την έριδα και τη διχόνοια.

Τούτη εδώ τη μέρα, βάζουμε τέλος στις ευτελείς αιτιάσεις και τις ψευδείς υποσχέσεις, τις αλληλοκαταγγελίες και τα ξεφτισμένα δόγματα, που για τόσο καιρό κατέπνιξαν την πολιτική μας ζωή.

Εξακολουθούμε να είμαστε ένα νεαρό έθνος, όμως όπως λέει η Γραφή, ήρθε ο καιρός να αφήσουμε στην άκρη «τα του νηπίου». Ήρθε ο καιρός να επιρρώσουμε το προαιώνιο πνεύμα μας· να αναδεχθούμε την πιο καλή ιστορία μας· να προαγάγουμε το πολύτιμο αυτό δώρο, τούτη την ευγενή ιδέα, που πέρασε από γενιά σε γενιά: τη θεόδοτη υπόσχεση πως όλοι είναι ίσοι, όλοι είναι ελεύθεροι και όλοι δικαιούνται μια ευκαιρία να επιδιώξουν την ευτυχία τους στην πληρότητά της. 

Διότι παντού όπου κοιτάξουμε, υπάρχει δουλειά να γίνει. Η κατάσταση της οικονομίας καθιστά αναγκαία τη δράση ―αποφασιστική και γρήγορη. Και θα δράσουμε. Όχι μόνο προς δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, άλλα θέτοντας νέα θεμέλια για την ανάπτυξη. Θα χτίσουμε τους δρόμους και τις γέφυρες, τους ηλεκτρικούς πυλώνες και τις ψηφιακές γραμμές που τροφοδοτούν το εμπόριό μας και μας κρατούν ενωμένους.

Θα αποκαταστήσουμε την επιστήμη στη θέση που της αρμόζει, και θα αξιοποιήσουμε τα θαύματα της τεχνολογίας ώστε να βελτιώσουμε την ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης και να μειώσουμε το κόστος της. Θα εκμεταλλευτούμε τον ήλιο και τους ανέμους και το έδαφος για να δώσουμε ενέργεια στα αυτοκίνητα και τα εργοστάσιά μας. Και θα μεταμορφώσουμε τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας, ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις μιας νέας εποχής. Αυτά όλα μπορούμε να τα κάνουμε. Και αυτά όλα θα τα κάνουμε. 

 

Η συνέχεια ΕΔΩ



Γυναικες Για Πουλημα

Το παρακάτω κείμενο είναι της Κάρολαϊν Μούρχεντ. Δημοσιεύτηκε στην New York Review of Books τον περασμένο Οκτώβρη. Οι φωτογραφίες είναι από το σχετικό αφιέρωμα του Courrier International. Οι όποιες παρατηρήσεις για την μετάφραση είναι ευπρόσδεκτες. Ενδεχομένως να μεταφράσω στο μέλλον και κάποια άλλα κείμενα πάνω στο θέμα. 

 

1.

Αυτό που θυμάται η Νίτα από εκείνη τη μέρα που η σερβική πολιτοφυλακή την πήρε από το σπίτι της στην Πρίστινα μεταφέροντάς την σ’ ένα στρατόπεδο, όπου και την βίασαν, ήταν ότι έκανε κρύο, και ότι το χώμα ήτανε χιονισμένο. Έχει ξεχάσει αν ήταν πριν ή μετά τα Χριστούγεννα του 1996, της χρονιάς που ξέσπασαν οι συγκρούσεις ανάμεσα στις σερβικές δυνάμεις και τον Στρατό Απελευθέρωσης του Κοσόβου (UCK). Τα τελευταία δέκα χρόνια έζησε αναρίθμητες φρικαλεότητες. Σκοτείνιασαν το μυαλό της, λέει. Το 1996 η Νίτα ήταν 18 χρονών, παντρεμένη, με μια κόρη οχτώ μηνών, και ζούσε πλάι στον χήρο πατέρα της και την εφτάχρονη αδερφή της. Η σερβική πολιτοφυλακή την πήρε μαζί με το μωρό της και το κοριτσάκι, και οδήγησε τον άντρα της, τον Μίλο, και τον πατέρα της σ’ ένα άλλο στρατόπεδο. Η Νίτα βιάστηκε κατ’ εξακολούθηση, μαζί με άλλες εφτά γυναίκες, επί τέσσερεις ημέρες, προτού την βάλουν σ’ ένα αμάξι και την πετάξουν κοντά στα αλβανικά σύνορα, όπου συνάντησε χιλιάδες τρομοκρατημένους ανθρώπους που τρέπονταν σε φυγή απ’ τους Σέρβους. Στα Τίρανα, υπήρχαν άνθρωποι πρόθυμοι να βοηθήσουν τους πρόσφυγες. Τις επόμενες βδομάδες ο άντρας που φιλοξένησε την Νίτα στο διαμέρισμά του την πήγε από καταυλισμό σε καταυλισμό, σε αναζήτηση της χαμένης της οικογένειας. Δεν βρήκε ίχνη κανενός τους. 

Ο άντρας, λέει η Νίτα, της φέρθηκε καλά. Την πήγε για φαγητό σε εστιατόρια. Και όταν, ένα βράδυ, την οδήγησε στην ακτή και της είπε ότι θα πήγαιναν βόλτα μ’ ένα ταχύπλοο, τον ακολούθησε πρόθυμα. Μονάχα όταν το σκάφος απομακρύνθηκε από την ακτή και είδε ότι ήταν γεμάτο με γυναίκες και νεαρά κορίτσια τρόμαξε και άρχισε να παλεύει. Ακόμα και τότε, δεν είχε ιδέα για το τι της συνέβαινε: ήτανε απλώς τρομοκρατημένη. Ο άντρας την χτύπησε: λιποθύμησε. Όταν συνήλθε, βρισκόταν στην Ιταλία. Ήταν η αρχή ενός ταξιδιού που την οδήγησε, κάμποσες μέρες αργότερα, σε ένα διαμέρισμα στα περίχωρα του Τορίνο. Από τις άλλες γυναίκες που κρατούνταν εκεί έμαθε ότι είχε πέσει θύμα σωματεμπορίας, ότι πουλήθηκε σαν πόρνη σε ένα κύκλωμα Ιταλών και Αλβανών νταβατζήδων. «Άμα θέλεις να φας», της είπε μια γυναίκα, «θα πρέπει να δουλέψεις».

Για τα επόμενα έξι χρόνια, δουλεύοντας πρώτα σ’ ένα διαμέρισμα, φυλακισμένη και δίχως να της επιτρέπεται να βγει έξω, έπειτα στους δρόμους, η Νίτα προσέφερε σεξ κάθε βράδυ, εφτά μέρες τη βδομάδα, σε τουλάχιστο δέκα άντρες. Μερικές φορές συνέβαινε σε κάτι στένα, «σα τα ζώα». Αν δεν προσήλκυε αρκετούς πελάτες, την χτυπούσε ο ένας απ’ τους άντρες που είχαν το πορνείο. Καθώς δεν μιλούσε ιταλικά, δεν είχε χαρτιά, αβέβαιη για το πού βρισκόταν, η Νίτα ζούσε σε μια ομιχλώδη ζώνη φόβου και άγνοιας. Κατά τη διάρκεια της ημέρας κοιμόταν. Έμαθε να μην εμπιστεύεται κανέναν. Το πεζοδρόμιο που δούλευε το μοιραζόταν με κάτι κορίτσια απ’ την Ρωσία. Οι νταβατζήδες τους και ο δικός της νταβατζής φύλαγαν διαρκώς τις γυναίκες τους. Σε μια περίπτωση, προσπάθησε να δραπετεύσει: εκείνη τη φορά την χτύπησαν χωρίς έλεος. 

Και τότε, μια μέρα, η τύχη της άλλαξε. Την πήρε, εντελώς τυχαία, ένας άντρας που ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τον Μίλο κι ότι είχε ακούσει πως είχε πάει στην Βρετανία. Της πήρε ένα μήνα να τον εμπιστευτεί αλλά τότε, αφού συλλογίστηκε ότι τίποτα στη ζωή της δεν θα μπορούσε να πάει χειρότερα, δέχτηκε να τον αφήσει να την βοηθήσει και να οργανώσει ένα λαθραίο ταξίδι, δια μέσου ολόκληρης της Ευρώπης, σε ένα φορτηγό που μετέφερε τσιγάρα. Επρόκειτο, συνειδητοποίησε αργότερα, για μια πράξη καλοσύνης, απ’ αυτές που είχε πάψει πια να προσδοκά. Απλά την βοήθησε, κι επιπλέον πλήρωσε το ταξίδι της. Ένα πρωινό τα τσιγάρα ξεφορτώθηκαν και βρέθηκε στον δρόμο, δίπλα σ’ ένα τηλεφωνικό θάλαμο. Της είχαν δώσει κάποια κέρματα. Βρισκόταν στην Αγγλία. Έκανε ένα τηλεφώνημα: ο Μίλο ήρθε να την βρει. 

Για κάποιο καιρό φαινόταν ότι ο γάμος μπορούσε να επιβιώσει. Φρόντιζε να μην ρωτάει τον Μίλο πώς πέρασε τα χρόνια που ήτανε αποχωρισμένοι, φοβούμενη ότι θα την ρώταγε για την δική της ζωή. Όπως γρήγορα κατάλαβε, ο Μίλο προτιμούσε να μην μάθει γεγονότα τα οποία αισθανόταν ότι δεν θα μπορούσε να τα κουμαντάρει. Όταν όμως ανακάλυψε, μέσα από την αίτησή της για άσυλο προς το βρετανικό υπουργείο δημοσίας τάξεως, ότι την είχαν εμπορευθεί για πορνεία και ότι είχε περάσει έξι χρόνια στους δρόμους, δεν μπορούσε να το άντεξει και την έδιωξε. Ήταν έγκυος τριών μηνών. Η υπηρεσία κοινωνικής πρόνοιας την έβαλε σ’ ένα ξενώνα στα περίχωρα του Λονδίνου, περιμένοντας την γέννηση του μωρού της. Καθώς δεν μιλούσε καθόλου τα αγγλικά, δεν είχε κανέναν φίλο, δεν εμπιστευόταν κανέναν, τρομοκρατημένη από την ιδέα ότι ίσως θα την έστελναν πίσω στο Κόσοβο, σκεφτόταν ένα μονάχα πράγμα. Είχε χάσει ένα παιδί: δεν ήθελε να χάσει ένα ακόμα. 

 

Η συνέχεια εδώ



Καταστροφή, απάθεια, φυγή
Αύγουστος 17, 2007, 4:39 μμ
Filed under: Ζώο Πολιτικό

pentelifotia.jpg

(φωτογραφία: http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathextra_23_16/08/2007_200350#)

Χτες πήρε φωτιά και η Πεντέλη και σήμερα ο Αυτόπτης Μάρτυρας Χ.Μ. έγραψε στην Ελευθεροτυπία το ακόλουθο σημείωμα με τον εύγλωττο τίτλο «Δεν πάει να καεί όλη η Ελλάδα»:

Να ‘σαι μακριά από την Ελλάδα. Επιτέλους, λες. Να ξεφύγω από τα ασφυκτικά της «ωραίας μου πατρίδας». Της καθημερινότητας τα σκουπίδια, των επωνύμων τις «καυτές σαχλαμάρες». Την ανακύκλωση του τίποτα. Και ξαφνικά, «τρέχα», σου λένε, «καίγεται το σπίτι σου». Και ιδού, χάρη στη δορυφορική τηλεόραση, η παγκοσμιοποιημένη πυρκαγιά μου! Δίπλα στο σπίτι μου. Γύρω από το σπίτι μου. Γνώριμά μου πρόσωπα να τρέχουν αλαφιασμένα, ακόμα και δηλώσεις να κάνουν -απεγνωσμένοι αυτόπτες μάρτυρες- στα τηλεοπτικά κανάλια. Ποιος να μου το ‘λεγε; Κι όμως, όσο δυνάμωναν οι φλόγες τόσο πιο γλυκά με πλημμύριζε μια μαγική, σχεδόν γλυκιά απάθεια, που μου φώναζε «μη γυρίσεις». Και ταυτόχρονα, εκμηδένισε κάθε ανησυχία μου για την πιθανότητα το σπίτι να γίνει στάχτες. Είναι το μόνο μου περιουσιακό στοιχείο. Ενα ωραίο, άνετο διαμέρισμα στην Κηφισιά. Και το χρωστάω ακόμα, σχεδόν εξ ολοκλήρου -ακόμα τους τόκους πληρώνω από το δάνειο.

Κι όμως, πραγματικά, εκείνες τις ώρες που έβλεπα τα αεροπλάνα να περικυκλώνουν την πολυκατοικία μας και τους γείτονες να τρέχουν πέρα-δώθε με τους κουβάδες (ρομαντική μου, αξεπέραστη πατρίδα!), πολύ αυθόρμητα και πολύ ειλικρινά επαναλάμβανα μέσα μου τη φράση, «δεν πάει να καεί ολόκληρο». Και μετά:

«Δεν πάει να καεί όλη η Ελλάδα. Και τα σπίτια των πλουσίων. Και τα σπίτια των φτωχών. Και ό,τι ωραίο απέμεινε. Και η Ακρόπολη να καεί. Και οι Δελφοί επίσης. Και να μην ξαναγυρίσω ποτέ. Να μείνω εδώ που είμαι, να θυμάμαι μια Ελλάδα που ήταν κάποτε…».

Έχουμε στο κείμενο αυτό μια περιπαθή περιγραφή της ανάδυσης της στωικής απάθειας σαν στάσης για τη ζωή. Λέω απάθεια, επαναλαμβάνοντας τον συγγραφέα. Πιο καλά, είναι πει κανείς φυγή. Ο Χ.Μ. μάς δίνει μια κατακλυσμιαία εικόνα. Σκουπίδια της καθημερινότητας, καυτές σαχλαμάρες των επωνύμων, η ανακύκλωση του τίποτα. Και μετά η φωτιά. Ξανά. Αλλά τώρα καίγεται το σπίτι του. Και τώρα που η καταστροφή φτάνει το πιο δικό του πράγμα, το μοναδικό δικό του πράγμα όπως μας λέει, αυτό που γεννιέται μέσα του δεν είναι η εγρήγορση. Όχι, ο αγώνας είναι μάταιος. «Μια μαγική, σχεδόν γλυκιά απάθεια» τον πλημμύρισε και του φώναζε «μη γυρίσεις».

Ο Χ.Μ. είναι αλλού. Κι από εκεί που βρίσκεται κοιτάει προς τα δω, κι αυτό που βλέπει τον συνταράζει. Αλλά όχι, δεν τον συνταράζει πραγματικά, διότι η ταραχή έχει αποκτήσει πια έναν επαναληπτικό ρυθμό, έρχεται και επανέρχεται με μια προδιατεταγμένη κανονικότητα, και πλέον είναι προετοιμασμένος. Χάρη σε έναν αρχέγονο μηχανισμό της ζωής, ο Χ.Μ. προσαρμόστηκε στην επέλευση της καταστροφής. Τα χτυπήματα έρχονται το ένα μετά το άλλο με μιαν όλο κι αυξανόμενη ένταση, όμως ο αντίκτυπός τους πάνω του γίνεται όλο και πιο αμυδρός. Ώσπου όταν έρθει το τελικό χτύπημα, δεν νιώθει πια πόνο. Αυτό που νιώθει είναι μια γλυκειά απάθεια. Κι η απάθεια αυτή τον κάνει πια ανίκητο.

Έτσι ανίκητος που είναι δεν μπορεί πια τίποτα να τον κλονήσει. Κι είναι έτοιμος να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Ζητάει κι άλλη καταστροφή, μιας κι η απάθεια τον όπλισε με φοβερά όπλα. «Δεν πάει να καεί όλη η Ελλάδα». Και τα σπίτια πλούσιων και φτωχών. «Και ό,τι ωραίο απέμεινε». Για τον Σεφέρη η Ελλάδα πληγώνει, όπου κι αν βρίσκεσαι. Ο Χ.Μ. μάς ανακοινώνει την έλευση μιας μετασεφερικής εποχής. Ο Χ.Μ. μάς λέει κάτι νέο: τίποτε δεν τον πληγώνει πια. Ο Χ.Μ. ζητάει κι άλλη καταστροφή. Ζώντας την εποχή του ως το μεδούλι δεν διαγιγνώσκει μονάχα «το τέλος της ομορφιάς» σαν μια πολιτισμική τάση. Το διεκδικεί. «Κι ό,τι ωραίο απέμεινε». Ας καεί…

Ο Χ.Μ. είναι αλλού, είναι μακριά. Τώρα που έγινε ανίκητος, προκαλεί τον εχθρό του, την καταστροφή. Ζητάει την καταστροφή όντας ο ίδιος μακριά. Πρέπει να μιλήσουμε για χαιρεκακία; Όχι. Μοναχά για παραίτηση. Ο Χ.Μ. βρέθηκε σε έναν αγώνα όπου ένιωσε ότι μονάχα ηττάται. Ένιωσε πως ό,τι κι αν κάνει ο αγώνας είναι αδύνατο να κερδηθεί. Γι’αυτό θέλησε να βρεθεί, με ένα άλμα, σε μια θέση όπου πλέον δεν μπορεί να χάσει. Ο Χ.Μ. έγινε ανίκητος επειδή παραιτήθηκε.

Ο Χ.Μ. με έναν απ’αυτούς τους σωτήριους μηχανισμούς του ανθρώπινου ψυχισμού κραδαίνει την στωική του απάθεια σαν τρόπαιο. Μπορεί να μην κέρδισε τον αγώνα, κέρδισε όμως την παραίτηση. Αυτή είναι όλη δικιά του. Καθώς βρεθήκαμε στα εδάφη του στωικισμού, καλό θα ήταν να ρίξουμε μια ματιά στην στωική ψυχολογία. Οι στωικοί μιλάνε για την διαδικασία της οικείωσης, την διαδικασία με την οποία οποία ο άνθρωπος προσοικειώνεται τον κόσμο. Προσοικειώνομαι σημαίνει εδώ «το έχω για δικό μου», «μου είναι οικείο», «δεν μου είναι ξένο». Ο άνθρωπος πρώτα προσοικειώνεται τον ίδιο του τον εαυτό, το σώμα του, έπειτα τον ανθρώπινό του περίγυρο, έπειτα την πόλη του, έπειτα όλους τους ανθρώπους, έπειτα όλα τα ζώα, όλη τη φύση, όλο τον κόσμο. Ο κόσμος ο ίδιος, ολόκληρος, είναι για τον στωικό κάτι το ζωντανό, κι ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια μοίρα, ένα κομμάτι αυτού του κόσμου. Ο στωικός σοφός είναι οικειωμένος με τον κόσμο, ο κόσμος δεν του είναι ξένος. Ο στωικός είναι παντού στο σπίτι του.

Η απάθεια του Χ.Μ. αντιστρέφει αυτή τη διαδικασία της οικείωσης. Η απάθεια του στηρίζεται στο ανάποδο: στην αποξένωση. Ο Χ.Μ. νοιαζότανε για τον τόπο του, για το σπίτι του. Τα είχε για δικά του. Καμάρωνε γι’αυτά όταν τα έβλεπε στις ομορφιές τους και στεναχωριότανε όταν τα έβλεπε να καταστρέφονται. Όταν έβλεπε τον τόπο του να ξεφτιλίζεται ντρεπότανε, κι όταν μάθαινε για ένα κατόρθωμα του τόπου του, περηφανευότανε. Ήταν μέρος αυτού του τόπου. Τώρα που βλέπει στον τόπο του την καταστροφή πληγώνεται και ξαναπληγώνεται. Και δεν θέλει να πληγώνεται άλλο. Και τι κάνει λοιπόν; Αποξενώνεται, φεύγει και μένει μακριά.

Με μια ελεύθερη πράξη του ο Χ.Μ. αποδεσμεύθηκε. Το ότι μπόρεσε έτσι ελεύθερα να αποδεσμευθεί, δείχνει άλλωστε πως απ’την αρχή ελεύθερα δεσμεύτηκε. Μπορεί να μην διάλεξε ελεύθερα όταν γεννήθηκε αυτό τον τόπο για πατρίδα του, αλλά να βρέθηκε να ζει μέσα σ’αυτόν. Μπορεί να μην διάλεξε ελεύθερα αυτό το σπίτι για σπίτι του, αλλά να βρέθηκε μεγαλωμένος μέσα σ’αυτό. Μπορεί να μην διάλεξε τους γονιούς και τ’αδέρφια του ελεύθερα, αλλά να βρέθηκε με αυτούς τους γονιούς κι αυτά τ’αδέρφια. Αλλά αργότερα, κατόπιν εορτής, όταν αναρωτήθηκε άμα αυτός ο τόπος τον νοιάζει, αν αυτό το σπίτι το αγαπάει, είπε πως ναι, πως η μοίρα τους τον κόφτει, πως αναδέχεται αυτή τη δέσμευση.

Όμως τώρα, αυτό που προηγουμένως ήταν δικό του, δεν είναι πια δικό του, δεν το θέλει πια για δικό του. Η ζωντανή πραγματικότητα βρωμάει. Εκείνος προτιμάει να γυρίσει στη γη των αναμνήσεων. Στη φαντασίωση. Ο Χ.Μ. είναι πια αλλού και θέλει να μείνει αλλού. Ο Χ.Μ. δεν είναι πια ταξιδιώτης. Τώρα είναι ξένος. Και θέλει να μείνει ξένος. Ο Χ.Μ. μπορεί να κέρδισε την απάθεια, αλλά έχασε την πατρίδα του.

 

(Ας σημειωθεί ότι το κείμενό του Χ.Μ. ήταν απλώς ένα πρόσχημα για τις παραπάνω σκέψεις. Είναι παραπάνω από προφανές για μένα ότι ο Χ.Μ. με το κείμενό του διατύπωσε στοχασμούς που βρίσκονται στα κεφάλια των περισσότερων από εμάς. Να παρατηρήσω τέλος ότι δεν θα είχα χρησιμοποιήσει το παραπάνω κείμενο σαν αφορμή, αν δεν το θεωρούσα ένα εξαιρετικά καίριο και καλογραμμένο κείμενο. Ας μου συγχωρέσει την αυστηρότητα της κριτικής μου, η οποία θα μπορούσε να έχει εξίσου για στόχο εμένα τον ίδιο).