Φιλοσοφια στην Αθηνα


ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΗΣ – ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Φεβρουαρίου 2, 2010, 5:40 μμ
Filed under: Παρλάτες

Η παρακάτω συνέντευξη δόθηκε στον Σεραφείμ Κεντεμποζίδη για το περιοδικό Κοντέινερ, τεύχος Φεβρουαρίου 2010, με αφορμή την κυκλοφορία των πρώτων δύο βιβλίων της «Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης» των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε ζωντανά αλλά γραπτώς, μέσω του Σκάιπ.

Το βιβλίο που διαβάζω παρέχει τη γνώση της «βάσης». Το θεμέλιο της σκέψης, των κατασκευών μας… Μήπως όμως αυτή η γνώση είναι ένα ταξίδι προς τα πίσω, προς τα θεμελιώδη, τη στιγμή που ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να πάει στο ψαχνό αυτού που θέλει να μάθει, δίχως να γνωρίζει τη «βάση»; Και σε ρωτώ: μήπως κάποιες διαδικασίες της γνώσης έχουν καταστεί πια περιττές; Μήπως τελικά η ίδια η φιλοσοφία, όπως μας την παρουσιάζει στο βιβλίο του ο Ζιλσόν, είναι σήμερα περιττή;

Συνέδεσες τη φιλοσοφία με τη γνώση. Θα πρέπει όμως αρχικά να αναρωτηθούμε αν η φιλοσοφία αποτελεί γνώση ή αν έστω αναζητά μια γνώση. Παραδοσιακά, θεωρούνταν δεδομένο ότι πράγματι η φιλοσοφία προσφέρει γνώση, και μάλιστα μια γνώση θεμελιώδη ή, όπως λες, μια γνώση της «βάσης». Σήμερα, ωστόσο, λίγοι είναι εκείνοι που θα προσυπέγραφαν την άποψη ότι η φιλοσοφία όχι απλώς προσφέρει, αλλά έστω αποζητά τη γνώση. Βασική αιτία γι’ αυτή την αλλαγή αντιλήψεων υπήρξε η ―πραγματική ή φαινομενική― ιστορική αποτυχία της φιλοσοφίας να προσφέρει αυτό που υπόσχεται: μια γνώση των πρώτων αρχών. Το βιβλίο πάντως που διάβασες ανήκει στην παράδοση εκείνη που βλέπει τη φιλοσοφία ως έναν κλάδο του επιστητού, έναν κλάδο που πράγματι επιδιώκει τη γνώση, αν όχι στην ολότητά της, τουλάχιστον στη ρίζα της.

Αν μπορούσαμε να παρακάμψουμε αυτή την επιδίωξη της φιλοσοφίας, και να απελευθερώσουμε την ανάγνωσή της από τα δεσμά της επιστημονικότητας, θα μπορούσαμε να διαβάζουμε τη φιλοσοφία όπως διαβάζουμε τη λογοτεχνία;

Δεν το νομίζω. Για να εκφραστώ καλύτερα: ασφαλώς και μπορούμε να την διαβάζουμε και όπως διαβάζουμε τη λογοτεχνία, για την προσωπική μας απόλαυση και καλλιέργεια. Δεν είμαι όμως βέβαιος ότι αυτός είναι ο μόνος ή ο πλέον γόνιμος τρόπος. Στη δική μου αντίληψη, ο πιο ενδιαφέρων λόγος να στραφείς στη φιλοσοφία και την ιστορία της είναι γιατί την χρειάζεσαι σε κάτι. Θα με ρωτήσεις όμως: πώς μπορεί να χρειαστείς τη φιλοσοφία σε κάτι; Πώς είναι δηλαδή δυνατόν η φιλοσοφία να εμφανιστεί από κάποιαν άποψη ως αναγκαία; Στο ερώτημα αυτό δεν θέλω να απαντήσω προκαταβολικά. Δεν θέλω δηλαδή να υποδείξω μια αφορμή που θα έκανε τους ανθρώπους να θεωρήσουν πως το να προσεγγίσουν τη φιλοσοφία και τον φιλοσοφικό προβληματισμό θα τους σταθεί για κάποιο λόγο ωφέλιμο ή και αναγκαίο ακόμα. Θέλω ωστόσο να αναδείξω το ενδεχόμενο: να ενδιαφερθείς για τη φιλοσοφία διότι επιθυμείς να λύσεις ένα δικό σου πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που είναι δικό σου υπό την ίδια έννοια που το να επισκευάσεις το τρύπιο λάστιχο του αυτοκινήτου σου είναι ένα δικό σου πρόβλημα. Με άλλα λόγια, με μια καθημερινή σημασία του όρου «πρόβλημα».

Δηλαδή μπορεί να μπει κανείς στη φιλοσοφία για να λύσει ένα πρόβλημά του;

Ναι, και πιστεύω πως αυτός είναι ο πιο γόνιμος τρόπος. Να μπει για να λύσει ένα πρόβλημά του, για να κάνει μια δουλειά ― κι όχι απλώς από περιέργεια. Το αν βέβαια μπαίνοντας στη φιλοσοφία θα καταφέρει να λύσει το πρόβλημά του, να κάνει τη δουλειά του, αυτό είναι άλλο ερώτημα. Αυτό πια είναι ήδη φιλοσοφία. Για να το απαντήσεις, θα πρέπει να φιλοσοφήσεις.

Ωστόσο, το βιβλίο του Ζιλσόν είναι ταυτόχρονα μια ιστορία της φιλοσοφίας. Και λογικά θα αναρωτηθούμε για ποιο λόγο κάποιος που θέλει να στοχαστεί ένα φιλοσοφικό ερώτημα (για να κάνει μια δουλειά του όπως μας είπες) θα πρέπει να ενδιαφερθεί για παλιούς φιλοσόφους.

Προσωπικά, πιστεύω ―και αυτό ίσχυσε στη δική μου περίπτωση― ότι μπορούμε να ενδιαφερθούμε για την ιστορία της φιλοσοφίας για τους ίδιους λόγους που ενδιαφερόμαστε για την ίδια τη φιλοσοφία: για να λύσουμε ένα πρόβλημά μας. Αυτό βέβαια γεννά μια απορία για την εξέλιξη της φιλοσοφίας. Πώς είναι δυνατόν να μελετάμε το παλιό για να λύσουμε ένα καινούργιο πρόβλημα; Το εύλογο θα ήταν πως στα δικά μας, τα σύγχρονα προβλήματα, θα απαντά η δική μας, η σύγχρονη φιλοσοφία. Αν η παλιά φιλοσοφία έχει να πει κάτι που να αφορά τα δικά μας προβλήματα τότε αυτό θα βρίσκεται ενσωματωμένο στη σύγχρονη φιλοσοφία. Όπως όταν προσεγγίζουμε ένα πρόβλημα της γεωμετρίας δεν ανοίγουμε τα Στοιχεία του Ευκλείδη, αλλά ένα σύγχρονο εγχειρίδιο γεωμετρίας. Η παλιά γνώση που μας είναι ακόμα ωφέλιμη θα έπρεπε να βρίσκεται ενσωματωμένη στο καινούργιο. Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει κατ’ αρχήν και με τη φιλοσοφία, και φαντάζομαι πως κάποιος θα στεκόταν καχύποπτος απέναντι σε έναν που θα τού ’λεγε πως τούτο δεν ισχύει αναγκαστικά. Είναι άραγε δυνατόν να πρέπει να φύγουμε από τη δική μας εποχή, από τα βιβλία και τα κείμενα του καιρού μας, και να πάμε να ψάξουμε πίσω στα παλιά, τη στιγμή που εμάς μας ενδιαφέρει να λύσουμε ένα ολόδικό μας, τωρινό πρόβλημα; Σε αυτό και πάλι δεν θα ‘θελα να απαντήσω προκαταβολικά. Δεν θέλω δηλαδή να υποδείξω κάποια συγκεκριμένα ερωτήματα, κάποια συγκεκριμένα προβλήματα, κάποιες συγκεκριμένες ανησυχίες, που εάν κάποιος θέλει να τις προσεγγίσει στην πιο ολοκληρωμένη και πιο πλούσια μορφή τους θα πρέπει να προστρέξει σε παλιούς, αραχνιασμένους φιλοσόφους. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι τούτο ισχύει. Εκείνος που, για τους όποιους λόγους του, βρει την όρεξη να ρίξει μια ματιά στο βιβλίο του Ζιλσόν, ίσως να δει κάποια τέτοια παραδείγματα. Προσωπικά, έτσι αντιλαμβάνομαι την ιστορία της φιλοσοφίας. Όχι σαν απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά σαν ζωντανή φιλοσοφία, φιλοσοφία για εμάς.

Παρ’ όλα αυτά, όσο και αν το παρουσιάζεις τόσο όμορφο το τοπίο «της δίψας για γνώση», βλέπω γύρω μου τόση πληροφορία που δεν προλαβαίνω να γυρίσω στη «βάση» από πραγματική ανάγκη, γιατί το περιβάλλον στο οποίο ζούμε πια απαιτεί πολύ γρήγορα να γαντζωθώ σε μια λύση. Και μου δίνει και τα όπλα…

Το έθεσες πολύ ωραία: καλείσαι να απαντήσεις και γαντζώνεσαι σε μία λύση. Δεν μπορείς να μείνεις αδρανής και άπραγος, πρέπει να αποκριθείς, να πάρεις, με άλλα λόγια, θέση. Ωστόσο, η φιλοσοφία είναι το ακριβώς ανάποδο του να γαντζωθείς σε μία λύση. Φιλοσοφία είναι να ελευθερωθείς από τις πρόχειρες λύσεις. Φαντάζομαι πως ακούγεται σαν μεγαλόσχημη ρητορεία αυτό, αλλά δεν το εννοώ έτσι. Όπως πολύ σωστά λες, η ζωή της πράξης, η πραγματική ζωή, μας ζητά να πάρουμε θέση, να ενεργήσουμε, να δεσμευτούμε. Ενώ η φιλοσοφία ζητά να αναρωτηθούμε, να διστάσουμε, να αμφισβητήσουμε. Μοιάζει έτσι σαν η πράξη και η φιλοσοφία να βρίσκονται σε σύγκρουση. Και όντως έτσι φαίνεται να είναι. Τουλάχιστον σ’ ένα πρώτο επίπεδο.

Έτσι όπως το θέτεις, σε αυτή τη σύγκρουση πράξης και φιλοσοφίας, είναι σαν να ξέρουμε τον μόνιμο νικητή. Αυτόν που κόβει κάθε φορά πρώτος το νήμα της λύσης, η οποία έστω και εάν είναι πρόχειρη, δεν παύει να είναι λύση…

Λέμε πως η ζωή της πράξης ζητά να αντιδράσουμε, να ενεργήσουμε, να στρατευτούμε. Ενώ η φιλοσοφία να αμφισβητήσουμε, να κοντοσταθούμε, να αποσυρθούμε. Καλούμαστε να ενεργήσουμε ― και ενεργούμε. Όμως, υπάρχει πάντοτε ένα τρομαχτικό ενδεχόμενο: να αποτύχουμε. Καλούμαι να ενεργήσω και ενεργώ, αλλά αποτυγχάνω. Βρίσκομαι σε μια νέα κατάσταση, καλούμαι να ενεργήσω εκ νέου, ξαναδοκιμάζω, ξανααποτυγχάνω. Και τότε είναι που η αναζήτηση, η αμφισβήτηση, ο δισταγμός εμφανίζονται όχι σαν το αντίθετο της πράξης, αλλά σαν αναγκαίο συστατικό της. Όταν μίλησα πριν για τη φιλοσοφία, είπα πως στη φιλοσοφία στέκεσαι αδρανής και άπραγος. Στην πραγματικότητα, εύκολα μπορεί να δει κανείς πως η ίδια η αναζήτηση, η ίδια η αμφισβήτηση είναι κι αυτή μια δραστηριότητα. Το θέμα, τώρα, είναι αν η δραστηριότητα αυτή αποτελεί η ίδια αυτοσκοπό ή μήπως εμφανίζεται με τη σειρά της στο πλαίσιο μιας ευρύτερης δραστηριότητας, στο πλαίσιο της ζωής της πράξης σε όλη της την πληρότητα. Λέγεται συχνά (και η άποψη αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη εσφαλμένη) πως για τους αρχαίους η ζωή της θεωρίας, της αναζήτησης, της μελέτης, με άλλα λόγια η «σχολή», προβαλλόταν ως αυτοσκοπός, ως το υπέρτατο αγαθό στο οποίο μπορούσε να αποβλέπει ο άνθρωπος. Αντίθετα, λέγεται πως για τους νεότερους, η αναζήτηση, η έρευνα, η αμφιβολία εμφανίζονται σαν εργαλείο στην υπηρεσία ενός διαφορετικού σκοπού. Αυτό άλλωστε έδωσε και την αφορμή για την άποψη πως η νεωτερική επιστήμη είναι στη ρίζα της εργαλειακή.

Κι εσύ πού τοποθετείς τον εαυτό σου ανάμεσα στο αρχαίο και το νεωτερικό?

Σε ό,τι με αφορά, νιώθω πολύ πιο άνετα κοντά στη νεότερη αντίληψη. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι την αναζήτηση σαν κάτι που συμβαίνει στο πλαίσιο μιας ζωής, ως εργαλείο και συστατικό στοιχείο της ζωής αυτής. Υπάρχει, ωστόσο, ένα γεγονός που περιπλέκει τα πράγματα: το ότι η αναζήτηση αυτή μπορεί να είναι η ίδια γοητευτική. Αναζητούμε για να βρούμε τη λύση, με άλλα λόγια για να διακόψουμε την αναζήτηση. Και να ζήσουμε τη λύση. Κανονικά δεν θα έπρεπε να αποζητούμε την αναζήτηση, αλλά τη λύση. Κι όμως, κι εδώ είναι το παράδοξο, μερικές φορές αισθανόμαστε μέσα στην αναζήτηση σαν να βρισκόμαστε στο σπίτι μας. Το παράδοξο αυτό δεν ξέρω αν πρέπει να το πούμε ευλογία ή κατάρα.

Την αναζητούμε τη λύση άλλα αποτυγχάνουμε και ξανααποτυγχάνουμε…

Ναι, και φοβάμαι μήπως στο τέλος συμβιβαζόμαστε στη συνήθεια της αποτυχίας. Και η αναζήτηση αρχίζει να μας φαίνεται σαν ο φυσικός μας τόπος. Η ζωή της πράξης μοιάζει να κινείται πάνω σε ένα δίπολο: στράτευση/απόσυρση. Το δίπολο αυτό είναι αδιάλειπτα παρόν στη διάρκεια της ζωής. Αυτό που ποικίλλει είναι η ένταση που δίνεται στον κάθε πόλο. Έστω ότι έχεις ένα πρόβλημα του οποίου η λύση απαιτεί έρευνα, αναζήτηση. Μέχρι ποιου σημείου μπορείς να αφιερωθείς στην αναζήτηση; Το δίλημμα αυτό το λύνουμε όλοι μας καθημερινά, παίρνοντας ο καθένας μας διαφορετικές αποφάσεις ― διαφορετικές όχι μόνο ο ένας σε σχέση με τον άλλο, αλλά και σε σχέση με παλαιότερες στάσεις μας. Αποφάσεις που δικαιώνονται ή διαψεύδονται μόνο κατόπιν εορτής.

Και η φιλοσοφία;

Σε αυτό το πλαίσιο νομίζω είναι που πρέπει να τεθεί και το ερώτημα για το αναγκαίο ή το περιττό της φιλοσοφίας, απ’ το οποίο και ξεκινήσαμε. Σου αντιστρέφω το ερώτημα: μπορείς να φανταστείς κάποιο πρόβλημα του οποίου η λύση να σε ανάγκαζε να αφιερωθείς σε τέτοιο βαθμό στην έρευνα και την αναζήτηση ώστε να κατέληγες όχι μόνο να φιλοσοφείς, αλλά να μελετάς αρχαία τέρατα σαν τον Αριστοτέλη; Αν όχι, τότε πράγματι πάνω από τη «Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη» πλανάται η αίσθηση του περιττού. Αν ναι, αν μπορείς να το φανταστείς, τότε τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα.

Advertisements


Η εννοια της αποφασης στον Κονδυλη
Μαΐου 29, 2008, 5:50 μμ
Filed under: Παρλάτες | Ετικέτες: , ,

Η παρακάτω ομιλία εκφωνήθηκε στην εκδήλωση που οργάνωσαν οι εκδόσεις Νεφέλη στο βιβλιοπωλείο του Πατάκη για τα δεκάχρονα από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη.

Ενημέρωση 23/07/08: Το κείμενο δημοσιεύτηκε ουσιαστικά ως έχει, μονάχα με την προσθήκη ορισμένων υποσημειώσεων, στο τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου της Νέας Εστίας, με τον τίτλο «Η έννοια της απόφασης και η γέννηση του πνεύματος στη φιλοσοφία του Παναγιώτη Κονδύλη. Εισαγωγικές παρατηρήσεις στο Ισχύς και Απόφαση». 

 

Η έννοια της απόφασης και η γέννηση του πνεύματος

στην φιλοσοφία του Παναγιώτη Κονδύλη

Βοήθημα για μια ανάγνωση του Ισχύς και Απόφαση

 

 

Καλησπέρα σας,

Πρώτα θα ’θελα να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Νεφέλη, την κυρία Μέλπω Κονδύλη και τον Σωτήρη Φασούλα για την πρόσκλησή τους στην ωραία αυτή εκδήλωση. Πρόθεσή μου είναι να μιλήσω για μια κεντρική έννοια της φιλοσοφίας του Παναγιώτη Κονδύλη, την έννοια της απόφασης. Η έννοια αυτή, μολονότι θεμελιώδης για την κατανόηση της σκέψης του Κονδύλη, έχει συχνά παρανοηθεί, και τούτη η παρανόηση μπορεί να δώσει λαβή σε αρκετές συγχύσεις αναφορικά με το νόημα του κονδυλικού έργου. Θα επιχειρήσω την διαλεύκανση της έννοιας της απόφασης, ξεκινώντας με αυτό που ο Κονδύλης ονομάζει διαδικασία γέννησης του πνεύματος.

 

Ι

Η κατανόηση της σκέψης του Κονδύλη πρέπει να ξεκινήσει με την έννοια της αυτοσυντήρησης. Στο θεμελιακότερο επίπεδο αυτό που υπάρχει είναι όντα που γυρεύουν να διαιωνίσουν την διάρκεια της ύπαρξής τους, ενώ δεν το μπορούν. Ένα απ’ αυτά τα όντα είναι ο άνθρωπος. Τούτη η ιδέα κατάγεται από τον Σπινόζα, και απ’ αυτήν εκπορεύεται τρόπον τινά ολόκληρο το κονδυλικό σύστημα. Αν ο άνθρωπος έχει μια ουσία, τούτη συνίσταται στο γεγονός ότι είναι ένα πεπερασμένο πλάσμα που γεννά πνεύμα και το κατευθύνει ενάντια σε ό,τι τον απειλεί, προκειμένου να κατανικήσει τους εχθρούς του και να διασφαλίσει την αυτοσυντήρησή του.

Η αυτοσυντήρηση είναι για τον Κονδύλη conatus: ορμή και συγχρόνως αγώνας. Επειδή ο άνθρωπος είναι πεπερασμένος, η αυτοσυντήρησή του είναι κάτι που δεν του είναι από τα πριν δοσμένο, αλλά που αντιθέτως πρέπει να το κατακτήσει. Για να το κατακτήσει πρέπει να προσποριστεί τα απαραίτητα μέσα σε ένα μονίμως απειλητικό περιβάλλον. Πρέπει με άλλα λόγια να αποχτήσει ισχύ, δηλαδή την ικανότητα να πραγματώνει τους στόχους του, οι οποίοι σε τελικά ανάλυση ανάγονται σε έναν: την αυτοσυντήρηση.

Για τον Κονδύλη το πνεύμα σε όλες του τις εκφάνσεις είναι πολεμικό και συνιστά μεταμόρφωση, εκλέπτυνση και επίταση της πρωταρχικής ορμής για αυτοσυντήρηση. Προκειμένου να εξηγήσει την γέννηση και την λειτουργία του πνεύματος, ο Κονδύλης στις πρώτες ενότητες του Ισχύς και Απόφασησκιαγραφεί μια πρωταρχική κατάσταση, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη εμφανίζεται γυμνή, εξοπλισμένη με μόνη την ορμή της για αυτοσυντήρηση, σε έναν ρευστό κόσμο όπου παντού καιροφυλακτούν κίνδυνοι. Καθώς το πνεύμα δεν έχει ακόμα εμφανιστεί, τα στοιχεία του προκαταρκτικού αυτού κόσμου από την προοπτική της γυμνής ανθρώπινης ύπαρξης είναι ακόμα αδιάκριτα, αδρά και προ πάντοςισότιμα, δηλαδή δεν έχουνε ακόμα διαφοροποιηθεί ως προς την σπουδαιότητά τους.

Μια τέτοια ύπαρξη σε έναν τέτοιο κόσμο κινείται ενστικτωδώς και λίγο-πολύ στα τυφλά, έχοντας μεν μια ορισμένη συναίσθηση του εαυτού της, δίχως όμως ταυτότητα, και δίχως συγκεκριμένο σχέδιο δράσης. Η γυμνή αυτή ύπαρξη κινείται βλέποντας παντού κινδύνους και κοιτάζοντας πώς να φυλαχτεί απ’ αυτούς. Σε μια τέτοια πρωταρχική κατάσταση η ζωή είναι, για να θυμηθούμε τον Χομπς, «αχρεία, βίαιη και σύντομη». Δεν θα εξετάσουμε εδώ αν αυτή η πρωταρχική κατάσταση είναι για τον Κονδύλη μια εμπράγματη κατάσταση ή απλώς ένα θεωρητικό εργαλείο για την μεθόδευση της επιχειρηματολογίας του. Φαίνεται πάντως να υποστηρίζει πως πρόκειται για μια πραγματική, ιστορική κατάσταση.

 

ΙΙ

Το πνεύμα γεννιέται με το πέρασμα απ’ αυτό τον προκαταρκτικό, ρευστό κόσμο σε έναν κόσμο διευθετημένο. Σε τούτο τον κόσμο ο άνθρωπος έχει όχι απλώς μια συναίσθηση του εαυτού του, αλλά μια συγκεκριμένη ταυτότητα, σε αναφορά με τον κόσμο, καθώς και ένα ορισμένο σχέδιο δράσης προς εξασφάλιση της αυτοσυντήρησης. Η εικόνα του κόσμου που προέκυψε από την γέννηση του πνεύματος αποτελεί έργο της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, μολονότι τούτη στηρίχτηκε στα υλικά του προκαταρκτικού κόσμου. Το πνεύμα γεννιέται όχι σε αντίθεση με την ορμή της αυτοσυντήρησης, αλλά ακριβώς σαν αποτέλεσμά της και προς υπηρεσίαν της.

Στην κοσμοεικόνα ο κόσμος παρασταίνεται διαφορετικά απ’ ό,τι προτού γεννηθεί το πνεύμα. Τώρα, ο κόσμος παρουσιάζεται με μια τάξη, ικανή να προσφέρει προσανατολισμό στην ανθρώπινη ύπαρξη. Ενώ πριν η ύπαρξη βρισκόταν αντιμέτωπη με μια πλημμυρίδα δεδομένων που δεν μπορούσε να τα διαχειριστεί, τώρα ο κόσμος έρχεται στα μέτρα του άνθρωπου: τα πολλά και ακατανόητα γίνονται λίγακαι κατανοήσιμα, τα ισότιμα και ομοιογενή, χωρίζονται σε ενδιαφέροντα και αδιάφορα, ανώτερα καικατώτερα. Τα προβλήματα της ύπαρξης από χαώδη και σκοτεινά γίνονται τώρα λιγότερο ή περισσότερο σαφή και επιλύσιμα.

Βασική έγνοια του Κονδύλη είναι να μην δεσμευτεί σε κάποια μεταφυσική αντίληψη περί αντικειμενικότητας. Έτσι, ονομάζει αντικειμενικό τον κόσμο, όπως απλώς θα μπορούσε να παρασταθεί απ’ όλες τις δυνατές προοπτικές των διαφόρων δυνατών υποκειμένων. Επομένως, ο προκαταρκτικός κόσμος του εκάστοτε υποκειμένου αποτελεί απλώς τμήμα του αντικειμενικού, εφόσον πρόκειται μοναχά για μία ανάμεσα σε πολλές διαφορετικές δυνατές προοπτικές.

Μέσα στην κοσμοεικόνα ο κόσμος περιστέλλεται ακόμα περισσότερο, καθώς πλέον εμπεριέχει μονάχα τα στοιχεία εκείνα που είναι ζωτικά για το υποκείμενο και κρίσιμα στον αγώνα του για αυτοσυντήρηση. Έτσι, ο Κονδύλης υποστηρίζει πως η γέννηση της κοσμοεικόνας αποτελεί μια πράξηξεχωρίσματος, αποχωρισμού και αποκοπής με την οποία ο αντικειμενικός κόσμος, με την έννοια που του δώσαμε προηγουμένως, περιστέλλεται κατά τρόπο τέτοιον ώστε να ταιριάξει με τις ανάγκες του υποκειμένου. Σύμφωνα με την διατύπωσή του, πρόκειται για έναν βιασμό του αντικειμενικού.

Τούτη την υποκειμενική και αυθαίρετη πράξη περιστολής του αντικειμενικού κόσμου με την οποία τα πολλά γίνονται λίγα και τα ισότιμα ιεραρχημένα, μέσα από την οποία προκύπτει μια κοσμοεικόνα «κατάλληλη να εγγυηθεί την ικανότητα προσανατολισμού την αναγκαία για την αυτοσυντήρηση», ο Κονδύλης την ονομάζει απόφαση. Είναι η απόφαση που γεννάει το πνεύμα.

 

ΙΙΙ

Στην έννοια της απόφασης δεν μπορεί να δοθεί η τρέχουσα σημασία της. Τούτο πρώτα-πρώτα καταφαίνεται από το γεγονός ότι η απόφαση δεν είναι καν συνειδητή. Στην πραγματικότητα, με την απόφαση γεννιέται όχι μόνον η κοσμοεικόνα, αλλά και η ταυτότητα του υποκειμένου. Η ταυτότητα που γεννήθηκε μέσα από την απόφαση, μολονότι ανήκει στο ίδιο φυσικό υποκείμενο με αυτό που υπήρχε και πριν την απόφαση, είναι ολότελα διαφορετική από την γυμνή ανθρώπινη ύπαρξη, ήδη κατά το ότι μονάχα αυτή είναι προικισμένη με πνεύμα. Μολονότι η απόφαση αποτελεί έργο της ανθρώπινης ύπαρξης, και μάλιστα το πρωταρχικότερο έργο της, παρ’ όλα αυτά συμβαίνει χωρίς την συνείδηση ή την συγκατάθεση του υποκειμένου, όπως αυτό κατανοεί τον εαυτό του μέσα στην ταυτότητα που σχηματίστηκε μετά την απόφαση.

Το ότι η απόφαση δεν μπορεί να κατανοηθεί με την τρέχουσα σημασία της, φαίνεται ήδη από το ποια είναι τα υποκείμενα που μπορούν να λάβουν μιαν απόφαση. Πέρα από το συγκεκριμένο άτομο, αποφάσεις μπορούν να λάβουν οι ομάδες, μα και το ανθρώπινο γένος στο σύνολό του. Για τον Κονδύλη, ήδη το γεγονός ότι οι άνθρωποι βλέπουν αυτά τα χρώματα, αντιλαμβάνονται αυτούς τους ήχους, και αναγνωρίζουν αυτές τις οσμές, πρέπει να νοηθεί σαν προϊόν απόφασης. Στο επίπεδο της ομάδας, οι θρησκείες, οι μύθοι, οι πολιτικές θεσμίσεις πρέπει να νοηθούν κι αυτές σαν απόφασεις, μολονότι ενδεχομένως να μη τις έλαβε κανείς συγκεκριμένα, αλλά να διαμορφώθηκαν αργά και σταδιακά, μέσα από διαρκείς μετασχηματισμούς και αναθεωρήσεις.

Για ποιον λόγο τότε ο Κονδύλης χρησιμοποιεί αυτό τον όρο; Αν κοιτάξουμε το τι καταλαβαίνουμε συνήθως όταν μιλάμε για απόφαση, νομίζω θα καταλήξουμε σε κάτι σαν το εξής: σε μια διλημματική απόφαση, ιδίως όταν αυτή είναι σημαντική, προσωπική και βαθειά, το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με ορισμένες εναλλακτικές, που εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον μοιάζουν λίγο-πολύ ισότιμες. Άλλωστε, αν δεν έμοιαζαν λίγο-πολύ ισότιμες, δεν θα τιθόταν καν ζήτημα για απόφαση, αλλά αμέσως θα προτιμούνταν η πιο συμφέρουσα εναλλακτική. Ας πούμε λοιπόν ότι πρόκειται για ισότιμες εναλλακτικές. Καθώς είναι ισότιμες, δεν μπορούνε να βρεθούν λόγοι που να αναγκάζουν το υποκείμενο να προτιμήσει την μία απ’ αυτές. Επομένως, δεν έχει πού να βασιστεί, αλλά μονάχα στην αυτοβουλία ή την αυθαιρεσία του.

Με την απόφαση, τα προηγουμένως ισότιμα, τώρα ιεραρχούνται, και πλέον το υποκείμενο προσδένεται με την επιλογή του, θεωρώντας την δική του. Το γεγονός ακριβώς ότι την επέλεξε, αναβαθμίζει την επιλογή, δίνοντάς της αξία, και την ίδια στιγμή υποβαθμίζει τις υπόλοιπες εναλλακτικές. Τώρα, αυτό που πριν ήταν ισότιμο, γίνεται πλέον ανώτερο, και αυτό που ήταν λίγο-πολύ ξένο, γίνεται πλέον οικείοκαι προσωπικό. Η ίδια η πράξη της επιλογής, είναι μια πράξη αποκλεισμού και συνάμα ιεράρχησης, ολότελα αυθαίρετη ή υποκειμενική.

Ο Κονδύλης ξεκαθαρίζει πως η απόφαση με την έννοια που την χρησιμοποιεί ο ίδιος πρέπει να διαφοροποιηθεί απ’ αυτού του είδους τις διλημματικές επιλογές. Ο βασικότερος λόγος είναι ότι αυτού του είδους οι επιλογές λαμβάνουν χώρα μονάχα σε μια ήδη διαμορφωμένη κοσμοεικόνα. Αντιθέτως, η απόφαση, με την έννοια που της δίνει ο Κονδύλης, γεννάει την κοσμοεικόνα, ξεπηδώντας από τις πιο στοιχειακές καταβολές της γυμνής ύπαρξης. Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να κρατήσουμε από το παραπάνω παράδειγμα την έννοια της περιστολής των πολλών σε λίγα, της ιεράρχησης των προηγουμένως ισότιμων, της υπαρξιακής πρόσδεσης με το αποτέλεσμα, και προπάντων τον βαθιά υποκειμενικό και αυθόρμητο χαρακτήρα αυτής της πράξης.

 

IV

Η έμφαση στον αυθαίρετο και αυθόρμητο χαρακτήρα της απόφασης και της γέννησης του πνεύματος, θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι τούτη αποτελεί προϊόν ελευθερίας, με την παραδοσιακή έννοια του όρου, όπως π.χ. συναντιέται στον Καντ ή τον Φίχτε. Στην πράξη, συμβαίνει το αντίθετο. Όντως, ο Κονδύλης επιμένει στον αυθαίρετο, συμπτωματικό και εν πολλοίς απρόβλεπτο χαρακτήρα της απόφασης, σε μεγάλο βαθμό καταφερόμενος ενάντια στην μαρξιστική αντίληψη περί αντικειμενικής και προδεδομένης ταξικής κοσμοθεώρησης. Ο Κονδύλης πράγματι τονίζει την υπαρξιακότητα και την τυχαιότητα της απόφασης, την εξάρτησή της από ρευστούς και αστάθμητους παράγοντες. Ωστόσο, ολόκληρη η απόφαση είναι υποταγμένη στην ανάγκη, σαν προϊόν της οποίας προέκυψε.

Η γυμνή ύπαρξη επειδή είναι πεπερασμένη, πρέπει να κερδίσει την αυτοσυντήρησή της, κι έτσι πρέπει διαρκώς να ξεπερνάει εμπόδια και να αντιμετωπίζει κινδύνους. Αυτό το επίφοβο και επικίνδυνο είναι ο εχθρός, ο οποίος προσδιορίζει την ύπαρξη αρνητικά. Επειδή είναι απειλητικός, η ύπαρξη πρέπει να τον κατανικήσει. Πρέπει λοιπόν ο εχθρός να εμφανιστεί στην κοσμοεικόνα ως αυτό που πρέπει να μην υπάρχει, ως το κακό. Η ύπαρξη έχει εχθρούς, επειδή είναι πεπερασμένη, επειδή ακριβώς μπορεί να απειληθεί. Αλλά ακριβώς επειδή μπορεί να απειληθεί, δεν μπορεί παρά να έχει εχθρούς. Ο εχθρός συνοψίζει την κατάσταση χρείας που γέννησε την συγκεκριμένη απόφαση. Γι’ αυτό και ο Κονδύλης δεν διστάζει να ονομάσει τον εχθρό «πεπρωμένο της απόφασης».

Ο εχθρός αποτελεί συστατικό στοιχείο της απόφασης, εφόσον εκπροσωπεί, όπως είδαμε, αυτό που πρέπει να μην υπάρχει, και στο οποίο πρέπει να αντιπαρατεθεί το υποκείμενο. Ο Κονδύλης, επαναλαμβάνοντας ένα μοτίβο του Χέγκελ, υποστηρίζει ότι η ταυτότητα του υποκειμένου δεν μπορεί να συγκροτηθεί δίχως την παρουσία του Άλλου, υπό την μορφή του εχθρού. Τόσο πολύ διαπλέκεται ο εχθρός μέσα στην κοσμοεικόνα και την ταυτότητα του υποκειμένου, ώστε η νίκη εναντίον του, η κατατρόπωσή του, μπορεί ακόμη και να φανεί σημαντικότερη από την διασφάλιση της αυτοσυντήρησης. Αυτό μονάχα εξηγεί στον Κονδύλη φαινόμενα όπως αυτοθυσίες, αυτοκτονίες, και γενικά τις εμφανιζόμενες ως «ανιδιοτελείς» συμπεριφορές. Η «ανιδιοτελής» συμπεριφορά είναι η ίδια πολεμική πράξη, ακόμη και όταν στρέφεται κατά του εαυτού, και ούτε ή άλλως δεν θα είχε νόημα έξω από έναν αγώνα.

Από την άλλη, η κοσμοεικόνα πρέπει να είναι κατά τέτοιον τρόπο φτιαγμένη, ώστε να εμπεριέχεται σε αυτήν σαν αξία και σαν αλήθεια, το ότι το υποκείμενο πρέπει να υπάρχει. Είδαμε πως η απόφαση γεννιέται από την ορμή της αυτοσυντήρησης. Τούτη η ορμή περιλαμβάνεται μεταμορφωμένη μέσα στην κοσμοεικόνα ως το Δέον, ως αυτό που πρέπει να υπάρχει, ως το αγαθό. Η κοσμοεικόνα δηλαδή αναγορεύει σε ανώτατη αξία και κανονιστική αρχή την βαθύτερη λαχτάρα και πόθο της ύπαρξης: την υποκειμενικά αναγκαία μα αντικειμενικά αδύνατη διαιώνισή της.

Το να γεννά αξίες και αλήθειες προς υπηρεσία της αυτοσυντήρησης είναι η βασικότερη λειτουργία της απόφασης. Γεννά αξίες μεταφράζοντας τις βαθύτερες ανάγκες και κλίσεις της ύπαρξης σε δέοντα. Γεννά αλήθειες αναγορεύοντας την κοσμοεικόνα που γεννήθηκε από την βίαιη περιστολή και ιεράρχηση του κόσμου σε μόνη πραγματικότητα. Ήδη η απόδοση του κατηγορήματος της ύπαρξης συνιστά μιαν απλή λειτουργία του υποκειμένου, που είναι σε θέση να χωρίσει την πραγματικότητα σε Εντεύθεν και σε Εκείθεν, σε Είναι και σε Επίφαση, και να διευθετήσει ανάλογα την πρακτική και θεωρητική συμπεριφορά του. Η πραγματικότητα, όπως αυτή παρουσιάζεται στην κοσμοεικόνα του εχθρού, υποβιβάζεται σε Επίφαση, ενώ η τελική νίκη εναντίον του εχθρού διασφαλίζεται σε ένα διαρκώς αναβαλλόμενο και μονίμως επικείμενο Εκείθεν.

Η αναγόρευση της κοσμοεικόνας που είναι μονάχα μία μεταξύ πολλών στον ένα και μοναδικό αντικειμενικό κόσμο, και των υποκειμενικών αξιών, οι οποίες αντιμάχονται τις διαφορετικές αξίες των άλλων υποκειμένων, σε αντικειμενικά υπερατομικά δέοντα, αποτελεί θεμελιώδη λειτουργία της απόφασης. Πράγματι, προκειμένου η ύπαρξη να προσανατολιστεί με επιτυχία στον κόσμο, πρέπει να επικεντρωθεί σε αυτά που την ενδιαφέρουν και να το κάνει αυτό απωθώντας τα αδιάφορα. Πρέπει παράλληλα να αρνηθεί να αναγνωρίσει τις αλήθειες και τις αξίες των εχθρών, προκειμένου ακριβώς να μπορέσει να τις κατανικήσει.

 

V

Είδαμε ότι ο Κονδύλης αρνείται να στρατευθεί σε κάποια μεταφυσική αντίληψη περί αντικειμενικότητας. Ξεκινά απλώς με την παρατήρηση ότι υπάρχουν πολλές απόφασεις και αντίστοιχα πολλές και ανταγωνιστικές κοσμοεικόνες, πολλές και ανταγωνιστικές αξίες. Η κάθε απόφαση, τώρα, πρέπει να περιστείλει αυτή την ποικιλομορφία των κατ’ αρχήν ισότιμων διαφορετικών κοσμοεικόνων και να αποδώσει ανωτερότητα και αντικειμενικότητα στην δική της κοσμοεικόνα. Τούτη η μετατροπή του υποκειμενικού και αυθαίρετου σε αντικειμενικό και αναγκαίο μοιάζει να έχει την ρίζα της στην καντιανή διαλεκτική.

Η εξαντικειμενικευτική λειτουργία της απόφασης καταφαίνεται με μεγαλύτερη ενάργεια στο πεδίο του αγώνα για κοινωνική ισχύ. Το θέμα δεν είναι μονάχα ότι ο κυρίαρχος, καθώς επιχειρεί να κατοχυρώσει την εξουσία του, είναι υποχρεωμένος να υποστηρίξει ότι δεν επιδιώκει το προσωπικό συμφέρον του, αλλά ότι υπηρετεί ένα συλλογικό, αντικειμενικό αγαθό. Το θέμα είναι ακριβώς το ποιος είναι ο κυρίαρχος. Η απάντηση του Κονδύλη είναι σαφής: «κυρίαρχος είναι όποιος μπορεί να ερμηνεύει δεσμευτικά δήθεν αντικειμενικές αρχές».

Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να δούμε την βαθειά συνύφανση απόφασης και ερμηνείας. Αυτό που κάνει ο κυρίαρχος ερμηνεύοντας είναι να περιστέλλει τα δυνατά νόηματα μιας κατ’ ανάγκην αόριστης κανονιστικής αρχής, να τα χωρίζει σε ανώτερα και κατώτερα, σε γνήσια και σε ψευδεπίγραφα, και να αναγορεύει την δική του ερμηνεία σε αντικειμενικό κανόνα. Κάνει δηλαδή δεσμευτικό σε συλλογικό επίπεδο αυτό που κάνει ούτως ή άλλως κάθε απόφαση: περιστολή, ιεράρχηση και εξαντικειμενίκευση.

Η τελική λειτουργία της απόφασης είναι η απόκρυψη της φύσης της. Για να μπορέσει να επιτύχει τις λειτουργίες της η απόφαση πρέπει ακριβώς να κρύψει το γεγονός ότι πρόκειται για μια υποκειμενική και αυθαίρετη πράξη βιασμού του κόσμου από την οποία γεννιώνται κοσμοεικόνες και αξίες, μια πράξη δηλαδή με την οποία η αυτοσυντήρηση αναγορεύεται σε δέον και η ζωή αποχτάει νόημα.

Η απόφαση πρέπει να παρουσιάσει τα προϊόντα της κατά τέτοιο τρόπο ώστε τούτα να μπορεί να θεωρηθούν ότι εκπορεύονται από μια αντικειμενική τάξη του κόσμου, με την οποία η ύπαρξη βρίσκεται σε συμφωνία. Πρέπει ακριβώς να θεωρήσει ότι ο κόσμος και η ζωή έχουν καθ’ αυτά νόημα και αξία. Είναι υποχρεωμένη με άλλα λόγια να αποκρύψει το γεγονός ότι τόσο το νόημα όσο και η αξία αποτελούν απλώς αυθαίρετα προϊόντα μιας απόφασης, και ότι ο κόσμος δίχως μιαν απόφαση δεν έχει καμία αξία.

Η περιγραφική θεωρία της απόφασης του Κονδύλη έρχεται να αποκαλύψει αυτές τις διάφορες λειτουργίας της απόφασης. Αν τα παραπάνω ήταν σαφή, τότε θα πρέπει να μείνει το ακόλουθο συμπέρασμα: η απόφαση είναι η αυτοϋποκρυπτόμενη, υποκειμενική και αυθαίρετη, μα εξαντικειμενικεύουσα και εξαντικειμενικευμένη, πράξη ή διαδικασία, με την οποία γεννιέται το πνεύμα, στο πλευρό της οποίας στρατεύεται ολόκληρη η ύπαρξη, και δια της οποίας τα πολλά περιστέλλονται σε λίγα ή σε ένα, τα ισότιμα ιεραρχούντα σε ανώτερα και κατώτερα, σε αγαθά και σε κακά, σε αληθή και σε ψευδή και προβάλλονται ενάντια σε έναν εχθρό που απειλεί την ύπαρξη. Το δέον, η αλήθεια και η αντικειμενικότητα αποτελούν απλώς λειτουργίες της απόφασης στην υπηρεσία της αυτοσυντήρησης. Ο κόσμος από μόνος του δίχως την απόφαση δεν έχει κανένα νόημα και καμία αξία.

 

*****

Ελπίζω τα παραπάνω να μην σας φάνηκαν υπερβολικά συγκεχυμένα. Στόχο δεν είχαν να υποκαταστήσουν, αλλά να βοηθήσουν μια ανάγνωση του Ισχύς και Απόφαση, έργου που πρέπει να διαβαστεί όχι μονάχα για την θεωρητική του δύναμη και διαύγεια, όσο και για την μοναδική ομορφιά του.

Σας ευχαριστώ



Για την ιστορια του προβληματος της φιλοσοφικης ανησυχιας με αφορμη ενα βιβλιο πανω στον βιττγκενσταϊν
Απρίλιος 10, 2008, 1:14 πμ
Filed under: Παρλάτες

Η παρακάτω ομιλία ήταν να δοθεί, αλλά δεν δόθηκε, σε εκδήλωση στου Ελευθερουδάκη για το βιβλίο του Μιλτιάδη Θεοδοσίου «Η φιλοσοφία του Wittgenstein», εκδ. Ευρασία, 2007. Τελικά, διαβάστηκε μεταξύ φίλων σε ευφρόσυνη διάθεση. Αφιερωμένη στους Πέτρο Ράπτη, Γιάννη Νικολόπουλο και Δημήτρη Ραπτάκη που μού ‘καναν την τιμή νά’ ρθουν να την ακούσουν και δυστυχώς φύγαν απογοητευμένοι.

 

Καλησπέρα σας, 

Κατ’ αρχάς να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Ευρασία και τον Μίλτο Θεοδοσίου που με κάλεσαν στην σημερινή εκδήλωση. Στην αρχή θα πω δυο λόγια για το βιβλίο του Θεοδοσίου. Κατόπιν θα κάνω μια σύντομη ιστορική περιοδολόγηση πάνω σε μια επιμέρους διάσταση της φιλοσοφίας του Βιττγκενστάιν.

Ι

Ο Βιττγκενστάιν εμφανίζεται συχνά σαν ο φιλόσοφος εκείνος ο οποίος επινόησε, όχι μια νέα φιλοσοφική θεωρία, αλλά ένα καινούργιο είδος φιλοσοφικής καταγγελίας. Εκεί που οι άλλοι φιλόσοφοι κατηγορούν τους αντιπάλους τους ότι υποπίπτουν σε φιλοσοφικά σφάλματα, ο Βιττγκενστάιν εμφανίζεται στο προσκήνιο φέρνοντας έναν νέο τύπο φιλοσοφικής μομφής. Οι αντίπαλοι του Βιττγκενστάιν δεν κάνουν λάθη, πάνε απλώς να πούνε αυτό που δεν λέγεται, τα λόγια τους είναι σκέτος θόρυβος, ανοησία.

Η κύρια ένσταση που απευθύνει ο Θεοδοσίου στην λεγόμενη ορθόδοξη ερμηνεία του Βιττγκενστάιν είναι πως, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της, τελικά παίρνει τον χαρακτήρα ενός νέου δογματισμού. Ο ορθόδοξος βιττγκενσταϊνικός επιμένει ότι δεν προσφέρει θεωρίες. Αυτό που προσφέρει είναι, λέει, μια μέθοδος για την απαλλαγή από την μεταφυσική αγωνία, από τα στραμπουλήγματα που γεννά η γλώσσα μας και η σαγήνη του βάθους πάνω στο νου μας. 

Ο βιττγκενσταϊνικός ξεχωρίζει το νόημα από την ανοησία παρουσιάζοντάς μας υπομνήματα πάνω στο πώς χρησιμοποιούμε συνήθως την γλώσσα στην καθημερινή συμπεριφορά μας, εκεί που οι λέξεις και οι σκέψεις δεν γεννούν προβλήματα. Ο βιττγκενσταϊνικός δεν προσφέρει θεωρία, προσφέρει έναν χάρτη της γλώσσας μας, των γλωσσικών μας πρακτικών, έχοντάς έναν συγκεκριμένο πρακτικό σκοπό: την απαλλαγή από την μεταφυσική ανησυχία, την ταραχή που προκάλεσε η στραβή χρήση της γλώσσας μας. Σκοπός του βιττγκενσταϊνικού φιλοσόφου είναι, λέει, η θεραπεία από ένα άγχος, από ένα ερώτημα που μας βασανίζει, από μια διανοητική κράμπα, η οποία μας ταλαιπωρεί επειδή πλανηθήκαμε σχετικά με το πώς δουλεύει η γλώσσα μας και η γραμματική της, επειδή παρασυρθήκαμε από τον πόθο μας για βαθύτητα, για γενικότητα, ή πιο απλά, για θεωρητικολογία. 

Ο βιττγκενσταϊνικός υποστηρίζει πως δεν έχει θεωρία. Έχει μονάχα αναπτύξει μια ορισμένη επιδεξιότητα στη χρήση της γλώσσας, έχει μια ευχέρεια στο να φέρνει παραδείγματα από την τρέχουσα χρήση των λέξεων. Το υλικό του δεν διαφέρει απ’ αυτό του γλωσσολόγου ή του φιλολόγου. Αυτό που διαφέρει, λέει, είναι μονάχα η πρόθεσή του, που είναι θεραπευτική. Στόχο του δεν έχει να φτάσει σε μια μεγάλη αλήθεια, διότι αυτός δεν έχει ανάγκη από μεγάλες αλήθειες. Ξέρει, λέει, πως αυτή η ανάγκη για βάθος και για γενίκευση προέρχεται μονάχα από την σαγήνη των λέξεων. Σκοπός του είναι ακριβώς να μας απαλλάξει απ’ αυτή την ανάγκη, όχι κηρύσσοντας υψηλές θεωρίες, αλλά απλώς υπενθυμίζοντάς μας πώς δουλεύουμε συνήθως με τις λέξεις στην καθημερινή μας ζωή. 

Ο βιττγκενσταϊνικός έχει ένα κριτήριο, ένα σημάδι που του επιτρέπει να διακρίνει πότε περάσαμε τα όρια του νοήματος, πότε αρχίζει το πεδίο της ανοησίας: το σημάδι αυτό είναι η εμφάνιση ενός φιλοσοφικού προβλήματος. Το πρόβλημα αυτό συνοδεύεται από μια σύγχυση που την ακολουθεί μια ανησυχία, ένα εσωτερικό βάσανο, μια αγωνία, ή όπως λέει ο Βιττγκενστάιν, μια ντροπή. Τότε παρουσιάζεται ο βιττγκενσταϊνικός προτείνοντας την τεχνική του, που έχει ακριβώς σαν στόχο την θεραπεία απ’ αυτό το βάσανο. 

Στη συζήτηση με τον μεταφυσικά προβληματισμένο φιλόσοφο, τον γλωσσαναλυόμενο όπως ονομάζεται στην ιδιόλεκτο αυτής της σχολής, ο βιττγκενσταϊνικός, δεν θα χρησιμοποιήσει θεωρήματα και θέσεις, θα ζητήσει μονάχα από τον γλωσσαναλυόμενο να του εκθέσει το πρόβλημά του. Έπειτα θα τον καθοδηγήσει, θα τον διδάξει όπως λένε, θυμίζοντάς του απλώς με ποιο τρόπο χρησιμοποιεί ο ίδιος αυτές τις λέξεις στην καθημερινή του κουβέντα, εκεί που τούτες δεν του προκαλούν κανένα πρόβλημα. 

Μέσα από μια προσεχτική συζήτηση θα του δείξει, λέει, πώς παραπλανήθηκε κατά τη χρήση των λέξεων, διότι τις εφάρμοσε έξω από τα γλωσσικά παιχνίδια εντός των οποίων μονάχα έχουν νόημα. Θα του δείξει ότι το πρόβλημά του γεννήθηκε διότι ακριβώς παραβίασε την γραμματική της γλώσσας. Η φιλοσοφική του ταραχή είναι, λέει, απλώς το σύμπτωμα αυτής της παράβασης. Έχοντας δει πλέον ο ίδιος ο γλωσσαναλυόμενος την διαδρομή της πλάνης του μπορεί πια να απαλλαγεί από την ανησυχία του, όχι γιατί έλυσε το πρόβλημα, αλλά γιατί το πρόβλημα δεν υπάρχει πλέον γι’ αυτόν. Το φιλοσοφικό πρόβλημα, λέει, διαλύθηκε, «όπως η ζάχαρη μέσα στο τσάι».

Η κριτική του Θεοδοσίου ξεκινάει με την στιγμή της διαφωνίας μεταξύ γλωσσαναλυτή και γλωσσαναλυόμενου. Τι συμβαίνει όταν ο γλωσσαναλυόμενος αρνείται να δεχθεί τα υπομνήματα που του κομίζει ο γλωσσαναλυτής για την καθημερινή χρήση της γλώσσας; Ο ορθόδοξος βιττγκενσταϊνικός αξιώνει ότι δεν θεωρητικολογεί, εν τούτοις εμφανίζεται έχοντας μια προκατασκευασμένη θεωρία για το πότε υπάρχει νόημα και πότε ανοησία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν είναι να δώσει εξηγήσεις πάνω στο τι κάνει, οπότε και θ’ αρχίσει να αναφέρεται σε γλωσσοπαίγνια, σε γραμματική της γλώσσας, στην γλωσσανάλυση ως θεραπεία, κ.λπ. 

Πιο αιχμηρή γίνεται η κριτική του Θεοδοσίου απέναντι στην προειλημμένη απόφαση του ορθόδοξου βιττγκενσταϊνικού να θεωρεί πως το φιλοσοφικό πρόβλημα πρέπει κατ’ ανάγκην να ανήκει στο πεδίο της ανοησίας. Ο ορθόδοξος βιττγκενσταϊνικός σαν βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ έναν φιλοσοφικά προβληματισμένο άνθρωπο είναι βέβαιος πως το ερώτημα που τον απασχολεί συνιστά υποχρεωτικά μιαν ανοησία, πως δεν βγάζει νόημα, και πως αιτία του είναι η εσφαλμένη χρήση της γλώσσας. Ο Θεοδοσίου αντιτείνει πως μια τέτοια απριόρι γνωμάτευση συνιστά οπωσδήποτε μια γενικολογία, έναν δογματισμό. Γράφει: «Δεν έχει νόημα να επιμένουμε ότι κάτι είναι ανοησία, έτσι αφηρημένα, αν κανείς δεν το αναγνωρίζει ως ανοησία». 

Η κατηγορία περί δογματισμού οδηγεί τον Θεοδοσίου, ακολουθώντας τους λεγόμενους Νέους Βιττγκενσταϊνικούς, σε μια σειρά μεθερμηνειών και εννοιολογικών μετατοπίσεων. Ο Θεοδοσίου θέλει να περιορίσει τις καθολικές αξιώσεις της γνωμάτευσης των ορθόξοδων βιττγκενσταϊνικών και επιμένει στην συγκεκριμένη, τοπική εφαρμογή. Ο βιττγκενσταϊνικός φιλόσοφος δεν μπορεί να ξεκινά όντας απριόρι πεπεισμένος ότι κατέχει μια καθολική διάγνωση και μια γενική μέθοδο για την διάλυση κάθε μεταφυσικού προβλήματος. Η βιττγκενσταϊνική τεχνική, λέει ο Θεοδοσίου, δεν είναι εκεί για να μετρήσει με προκατασκευασμένες μεζούρες την απόκλιση από την νομότυπη χρήση της γλώσσας.

Δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, τα βασικά κεκτημένα που προκύπτουν απ’ το βιβλίο του Θεοδοσίου. Πρώτον, το φιλοσοφικό πρόβλημα δεν είναι εκ των προτέρων καταδικασμένο στην ανοησία. Ο Βιττγκενστάιν του Θεοδοσίου εμφανίζεται, ενδεχομένως, πρόθυμος να συζητήσει με την ιστορία της φιλοσοφίας. Δεύτερον, αναδεικνύεται το μοτίβο της φιλοσοφικής απορίας ως αιτίας του φιλοσοφείν. Γράφει ο Θεοδοσίου «το “ιδανικό” βιττγκενστιαϊνικό κείμενο φαίνεται να επικεντρώνεται σε εμπειρίες που προτάσσουν το ίδιο το φαινόμενο της φιλοσοφικής απορίας για μελέτη, που στρέφουν την προσοχή στην πηγή, τρόπον τινά, απ’ όπου η απορία γεννά περαιτέρω ερωτήσεις».

 

ΙΙ

Θα ήθελα τώρα να εκμεταλλευτώ τούτες τις παρατηρήσεις και να συζητήσω μερικά θέματα από την ιστορία της φιλοσοφίας πάνω στο ζήτημα της φιλοσοφικής απορίας, της ταραχής που γεννιέται απ’ τον φιλοσοφικό προβληματισμό. 

Στην αρχαία φιλοσοφία η απορία εμφανίζεται με θετικό πρόσημο. Είναι το προαπαιτούμενο της φιλοσοφίας. Αυτό είναι το γνώρισμα του Σωκράτη: ο Σωκράτης απορεί και μάλιστα δημόσια. Συνδιαλέγεται με τους συμπολίτες του και μέσα απ’ την κουβέντα γεννιέται η απορία και στο δικό τους το νου. Η απορία αυτή είναι συχνά αφόρητη, γι’ αυτό και ο Σωκράτης φαντάζει τόσο ενοχλητικός. Στους πρώτους διαλόγους του Πλάτωνα, τους απορητικούς, η συζήτηση τελειώνει με ένα αδιέξοδο. Η σκέψη δεν μπορεί να ησυχάσει σ’ ένα ασφαλές συμπέρασμα, μένει στην ταραχή, την ανησυχία. Αυτός ο προβληματισμός είναι για τον Πλάτωνα το πρώτο στάδιο για την απαλλαγή από την δόξα, από την δοσμένη, επίπλαστη πεποίθηση. Θα ανακινήσει στο νου του φιλοσόφου την λησμονημένη γνώση του για το πραγματικό του πεπρωμένο. Θα τον οδηγήσει στην πραγματική γνώση, την σοφία. 

Κανείς δεν πήρε το θέμα της φιλοσοφικής απορίας τόσο στα σοβαρά όσο ο Αριστοτέλης. Ίσως μάλιστα αυτό που κάνει συχνά τόσο κοπιώδη την ανάγνωση του αριστοτελικού έργου είναι η σχολαστική επιμέλεια με την οποία φροντίζει να καταγράψει τις υπό συζήτηση απορίες, να περιγράψει πώς γεννήθηκαν, να θυμίσει με ποιον τρόπο χρησιμοποιούνται καθημερινά οι λέξεις των προβλημάτων μας. Ο Αριστοτέλης γράφει ένα ολόκληρο βιβλίο που μόνο αντικείμενο έχει την ενδελεχή καταγραφή αποριών. Πρόκειται για το βιβλίο Β’ των Μετά τα Φυσικά. Όταν στο βιβλίο Ζ’, το ιδρυτικό κείμενο της ευρωπαϊκής οντολογίας, ορίζει πια τα πρόβλημά του, το περιγράφει ως το “ἀεὶ ζητούμενον” και “ ἀεὶ ἀπορούμενον”. Γράφει: «καὶ δὴ καὶ τὸ πάλαι τε καὶ νῦν καὶ ἀεὶ ζητούμενον καὶ ἀεὶ ἀπορούμενον, τί τὸ ὄν, τοῦτό ἐστι, τίς ἡ οὐσία». 

Στον λατινόφωνο Μεσαίωνα αυτή η αιώνια απορία πάνω στο θεμελιώδες ερώτημα κάνει την επιστήμη του όντος να παρουσιάζεται ως scientia desiderata, ως η ποθούμενη επιστήμη. Το θέμα της ποθούμενης επιστήμης στην μεσαιωνική φιλοσοφία θα παίξει μείζονα ρόλο στην συγκρότηση ενός ρήγματος μεταξύ εγκόσμιας και αποκεκαλυμμένης σοφίας. Αφετηρία είναι τρεις αρχές προερχόμενες κατ’ ευθείαν από το έργο του Αριστοτέλη. Πρώτον, οι άνθρωποι από την φύση τους ποθούν την γνώση, φύσει ὀρέγονται εἰδέναι. Δεύτερον, τότε μόνο γνωρίζω πραγματικά κάτι, όταν γνωρίζω την αιτία του, το γιατί του. Τρίτον, η φύση δεν κάνει τίποτα εις μάτην. 

Βασιζομένος σ’ αυτές τις αρχές, ο Θωμάς Ακινάτης καταλήγει στην ακόλουθη διαπίστωση. Οι άνθρωποι ποθούν από την φύση τους να μάθουν, όμως τότε μόνο θεωρούν ότι γνωρίζουν όταν γνωρίζουν το αίτιο. Όμως ο πόθος για γνώση δεν ικανοποιείται, όταν μάθεις ένα δευτερεύον ή ενδεχομενικό αίτιο. Αντιθέτως, ο πόθος δεν βρίσκει ικανοποίηση παρά μόνο όταν φτάσεις στην πρώτη αιτία. Η πρώτη αιτία όλων των πραγμάτων είναι ο Θεός. Επομένως, οι άνθρωποι από την φύση τους ποθούν να γνωρίσουν τον Θεό, σαν πρώτη αιτία όλων των πραγμάτων. Η φιλοσοφία διδάσκει ότι ο Θεός υπάρχει, δεν διδάσκει όμως την ουσία του. Δεν ξέρουμε τι είναι ο Θεός, ποιος είναι ο Θεός, παρά μόνον δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, όχι όμως πρόσωπον πρὸς πρόσωπον. Τούτο συμβαίνει επειδή μπορούμε να γνωρίζουμε τις ουσίες μονάχα των αισθητών όντων, όχι όμως του Θεού που είναι πέρα από την αίσθηση. Επομένως, ποθούμε από την φύση μας να γνωρίσουμε τον Θεό, αλλά η φύση μας μας εμποδίζει να τον γνωρίσουμε. Όμως, η φύση μηθὲν μάτην ποιεῖ. Εμφανίζεται λοιπόν, για τον Θωμά, μια σύγκρουση στο εσωτερικό της ίδιας μας της φύσης. Με μόνα τα φώτα της φιλοσοφίας το πνεύμα είναι καταδικασμένο στην angustia, με την έννοια της ανησυχίας, της απορίας, της δυσφορίας. Ζούμε μ’ ένα αίσθημα κενού, μετέωροι και ανικανοποίητοι.  

Στην Κριτική του Καθαρού Λόγου ο Καντ πασχίζει να δείξει για ποιο λόγο είναι αδύνατη η μεταφυσική ως επιστήμη του απόλυτου, αυτού που είναι πέρα από κάθε εμπειρία και την ίδια στιγμία θεμέλιο όλων των εμπειρικών αντικειμένων. Ο Καντ βλέπει την μεταφυσική σαν μια ανεκρίζωτη ανάγκη του πεπερασμένου έλλογου όντος. Ο λόγος ζητά απ’ τον άνθρωπο να αναζητήσει το γιατί του κάθε πράγματος. Κάθε δεδομένο πράγμα πρέπει να παρουσιάστει μ’ έναν λόγο χάρη στον οποίο είναι έτσι κι όχι αλλιώς, που υπάρχει αντί να μην υπάρχει. Για τον ανθρώπινο λόγο δεν μπορεί να υπάρξει κάτι που απλά είναι έτσι όπως είναι, άνευ λόγου. Κάθε ύπαρξη πρέπει να εξηγηθεί. Τι σημαίνει όμως εξηγώ; Σημαίνει δίνω έναν λόγο που δείχνει πως το πράγμα είναι όπως είναι, γιατί δεν μπορούσε να είναι αλλιώς. Εξήγηση σημαίνει παρουσιάζω τα πράγματα ως αναγκαία. 

Πάνω απ’ το μισό της Κριτικής του Καθαρού Λόγου είναι αφιερωμένο στο να δείξει ότι τούτη η ανάγκη υπάγεται υποχρεωτικά στο πεδίο της πλάνης. Τούτο συμβαίνει επειδή ο λόγος επιχειρεί να νομοθετήσει, να επιβάλει αναγκαιότητες, πάνω σ’ αυτό επί του οποίου δεν έχει καμία αρμοδιότητα. Ο λόγος στην προσπάθειά του νομοθετήσει επί του υπεραισθητού παγιδεύεται αναπόφευκτα σε αντινομίες, όπου ο κάθε λόγος έχει τον αντίλογό του, και κάθε αναγκαιότητα αναιρείται. 

Όμως μέσα απ’ αυτή την πλάνη, λέει ο Καντ, ο άνθρωπος μπορεί να βγει κερδισμένος. Μέσα απ’ τις αντινομίες που οδηγήθηκε στο κυνήγι της αναγκαιότητας, ο άνθρωπος ανακαλύπτει μια νέα δύναμη, την οποία ο Καντ ονομάζει «άβυσσο του ανθρώπινου λόγου». Σύμφωνα με αυτήν ο άνθρωπος διατηρεί την δυνατότητα να αναιρεί την αναγκαιότητα οποιουδήποτε πράγματος του εμφανίζεται σαν αναγκαίο. Κάθε αναγκαιότητα διαλύεται μπροστά στον ανθρώπινο λόγο, ο οποίος διατηρεί την δύναμη να γκρεμίζει την αναγκαιότητα των πραγμάτων, κάνοντάς όλα να φαντάζουν ενδεχομενικά, μετέωρα. 

Στο ίδιο πεδίο κινούνται και οι σκέψεις του Σέλινγκ πάνω στον δογματισμό. Το ζήτημα όμως μεταφέρεται από το θεωρητικό στο πρακτικό επίπεδο. Στις Επιστολές γύρω από τον Δογματισμό και την Κριτική Φιλοσοφία, ο Σέλινγκ υποστηρίζει πως ο δογματισμός χαρακτηρίζεται πρώτα απ’ όλα από τον στόχο του. Και ο στόχος αυτός είναι η ανάπαυλα, η ησυχία. Ο λόγος από την φύση του γεννά στον άνθρωπο μια ανησυχία, μια έγνοια, μια κινητικότητα. Η κινητικότητα αυτή δεν εκφράζεται μονάχα στην θεωρία, στην κριτική αναζήτηση δηλαδή, μα προπάντων στην πράξη. Γιατί ο λόγος εκθέτει στον άνθρωπο μια αποστολή, ένα πεπρωμένο, και αμέσως τον φέρνει στο εσωτερικό ενός αγώνα, ο οποίος θέτει τον άνθρωπο σε διακινδύνευση. Η διακινδύνευση γεννά την αγωνία, μια διαρκή ταραχή. Ο δογματισμός τώρα εμφανίζεται με την υπόσχεση μιας ανάπαυσης, μιας ξεγνοιασιάς, μιας ηθικής ξεκούρασης, πίσω στην αγκαλιά της φύσης, πίσω στην αγκαλιά του δήμου. Η ανησυχία, η ταραχή, η αγωνία, λέει ο Σέλινγκ, είναι το τίμημα της ανθρώπινης ελευθερίας, το τίμημα που έχει να πληρώσει ο άνθρωπος για να κρατήσει τον εαυτό του. 

*****

Γνωρίζω πως οι παραπάνω σκέψεις ενδεχόμενως να εμφανίζονται παράκαιρες σε μια συζήτηση πάνω στην ερμηνεία του Βιττγκενστάιν. Ελπίζω να μη σας κούρασαν και να φάνηκαν κάπως ενδιαφέρουσες. 

 

Σας ευχαριστώ πολύ