Φιλοσοφια στην Αθηνα


Ρόναλντ Ντουόρκιν – Ανθρώπινα Δικαιώματα και Σύγχρονη Τρομοκρατία
Ιουλίου 15, 2007, 12:12 πμ
Filed under: Παρουσίαση Διαλέξεων

dworkin-color-petite.jpgΑπό τις 11 μέχρι τις 15 Ιουνίου διοργανώθηκε στην Αθήνα το εντυπωσιακό σε μέγεθος και εμβέλεια 7ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Διεθνούς Ένωσης Συνταγματικού Δικαίου. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης ανοιχτής συνεδρίας με θέμα «Η φιλοσοφία αντιμέτωπη με απειλές εναντίον του συνταγματισμού» είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε, μεταξύ άλλων, την ανακοίνωση του Ρόναλντ Ντουόρκιν, του σημαντικότερου σύγχρονου φιλοσόφου του δικαίου.

Εδώ και κάποια χρόνια εμφανίστηκε, και σε ορισμένες χώρες δείχνει να επικράτησε, μια νέα αντίληψη για την πορεία του σύγχρονου κόσμου. Η αντίληψη αυτή απέκτησε φανατικούς θιασώτες και σφοδρούς πολέμιους. Υποστηρίζει περίπου τα εξής: ο 20ος αιώνα γνώρισε φρίκες και καταστροφές που η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί. Η νέα παγκόσμια τάξη που ήρθε στην επιφάνεια μέσα απ’τις στάχτες των σφαγών είχε για κεντρικό της μέλημα την διασφάλιση μιας αυστηρής και αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Έτσι συντάχθηκαν χάρτες και συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και η προστασία των δικαιωμάτων αυτών θεωρήθηκε πρώτη προτεραιότητα σε διεθνές και κρατικό επίπεδο. Όλα αυτά υπήρξαν σημαντικά επιτεύγματα. Όμως, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου τα πάντα άλλαξαν. Νέοι εχθροί και νέες απειλές φανερώθηκαν σε μια κλίμακα που κανείς δεν είχε φανταστεί. Ο νέος κόσμος που αναδύεται είναι ριζικά διαφορετικός από τον προηγούμενο και τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από το μείνουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν, σε πρακτικές, αξίες και θεσμούς που πλέον ξεπεράστηκαν από μια νεοφανή πραγματικότητα.

Η νέα αυτή αντίληψη συνοψίζεται στο ακόλουθο σύνθημα: πρέπει να φτάσουμε σε μια νέα ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην ανακοίνωσή του ο Ντουόρκιν αντιτάσσεται σε τούτη την αντίληψη και επιχειρεί να εξηγήσει για ποιους λόγους ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το παραπάνω δίλημμα είναι παραπλανητικός.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου και την κήρυξη του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία, ψηφίστηκε στην Αμερική ο Πατριωτικός Νόμος, ο οποίος έδινε στην κυβέρνηση πρωτόφαντες, και για ορισμένους τρομαχτικές, εξουσίες. Στη συνέχεια αποκαλύφθηκε ότι ο πρόεδρος Μπους είχε εφαρμόσει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα μυστικών παρακολουθήσεων των επικοινωνιών των πολιτών. Θύελλα αντιδράσεων ξέσπασε όταν αποκαλύφθηκε ότι η Αμερική είχε εγκαταστήσει σε διάφορες χώρες κέντρα όπου ασκούνταν συστηματικά βασανιστήρια, αν και επισήμως η κατηγορία αυτή διαψεύστηκε. Και στο μεταξύ εμφανίστηκε το Γκουαντανάμο.

guantanamo-petite.jpgΑίσχος ή αναγκαίο κακό, η νέα αυτή κατάσταση προκάλεσε σωρεία συζητήσεων, άλλοτε νομικής, άλλοτε ιδεολογικής κι άλλοτε αμιγώς πολιτικής φύσεως. Ο Ντουόρκιν επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση σε αυτό που ονομάζει επίπεδο της πολιτικής ηθικής. Η κριτική του αρχικά στρέφεται στην ιδέα ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ανέξοδη, ακίνδυνη κι ανώδυνη. Αντιθέτως, υποστηρίζει, πρέπει να ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι το να επιμείνουμε στην προστασία των δικαιωμάτων αυτών ενδεχόμενως να έχει για τίμημα ακόμη και τη ζωή μας. Αν είμαστε διατεθειμένοι να προβούμε σε τέτοιου είδους θυσίες, λέει ο Ντουόρκιν, τότε τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι απλώς ιδέες που τυχαίνει να μας αρέσουν· δεν έχουν να κάνουν απλώς με τα διανοητικά μας γούστα.

Στο βιβλίο του «Είναι δυνατή η δημοκρατία εδώ;» που κυκλοφόρησε πριν από ένα χρόνο από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Πρίνστον, ο Ντουόρκιν υποστηρίζει πως ο πολιτικός πολιτισμός μας είναι θεμελιωμένος σε δύο αρχές. Η πρώτη αρχή ορίζει πως η ανθρώπινη ζωή έχει μια εγγενή αξία. Έχει για μένα σημασία αν πέτυχα τη ζωή μου ή αν απέτυχα, αν κατάφερα να πραγματώσω τις δυνατότητες μου, αν μπόρεσα να κατορθώσα κάτι που να έχει νόημα ή αν σπατάλησα τις ευκαιρίες μου. Έχει σημασία αν κατάφερα να κάνω κάτι με το να ζω. Σύμφωνα με το Ντουόρκιν, αν πιστεύω ότι η δική μου ζωή έχει αξία, τότε προκειμένου να μπορέσω να δικαιολογήσω αυτή μου την πεποίθηση είμαι υποχρεώμενος να θεωρήσω ότι κάθε ανθρώπινη ζωή έχει αξία κι ότι η ζωή του κάθε ανθρώπου έχει μια ίση αξία.

Η δεύτερη αρχή υποστηρίζει ότι ο κάθε άνθρωπος έχει την προσωπική ευθύνη να εντοπίσει και να πραγματώσει την αξία στην ζωή του. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει μόνος του να βρει τι δίνει στη ζωή του αξία, τι είναι γι’αυτόν σημαντικό. Ο άνθρωπος είναι κύριος της δικής του ζωής. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε πως οι δύο αυτές αρχές αντιστοιχούν στα ιδανικά της ισότητας και της ελευθερίας. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι η ισότητα εμφανίζεται όχι μονάχα μη ανταγωνιστική της ελευθερίας, αλλά σαν μια αναγκαία προϋπόθεσή της. Σύμφωνα με τον Ντουόρκιν οι δύο αυτές αρχές, η αρχή της ίσης αξίας της κάθε ανθρώπινης ζωής και η αρχή του αυτόνομου προσδιορισμού τού τι προσδίδει αξία στην κάθε επιμέρους ανθρώπινη ζωή, αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της έννοιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του πυλώνα του πολιτισμού μας.

Με βάση αυτές τις δύο αρχές επανέρχεται στο πρόβλημα της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε συνθήκες σύγχρονης τρομοκρατίας. Υπάρχει ένα γνωστό δίλημμα που συζητείται συχνά όταν εξετάζεται η σχέση μεταξύ τρομοκρατίας και δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ας φανταστούμε ότι έχουμε υπό κράτηση ένα τρομοκράτη ο οποίος έχει πληροφορίες για μια πυρηνική βόμβα που θα εκραγεί σε δυο ώρες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Μπορούμε άραγε τότε να αδιαφορήσουμε για τα δικαιώματά του, προκειμένου να σώσουμε εκατομμύρια ζωές αθώων; Είναι επιτρεπτά τα βασανιστήρια σε μια τέτοια περίσταση;

Ίσως όμως να μην είναι αυτός ο καλύτερος τρόπος να θέσουμε το ερώτημα. Διότι εδώ μας ζητείται να προβούμε σε μια στάθμιση ανάμεσα στην ασφάλειά μας και τα δικαιώματά του. Ο Ντουόρκιν υποστηρίζει ότι η πραγματική στάθμιση είναι ανάμεσα στην ασφάλειά μας και την αξιοπρέπειά μας. Διότι προϋπόθεση της δικής μας αξιοπρέπειας είναι η αναγνώριση της αξιοπρέπειας στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου. Σκοπός όμως των βασανιστηρίων είναι να λυγίσουμε τη βούληση του βασανιζόμενου σε βαθμό τέτοιο ώστε να του αποστερήσουμε κάθε δυνατότητα επιλογής, να τον «αναγάγουμε σε ένα ζώο που κραυγάζει». Στερώντας την αξιοπρέπεια του βασανιζόμενου, λέει ο Ντουόρκιν, δεν παραβιάζουμε απλώς ένα δικαίωμά του· χάνουμε την ίδια στιγμή την δική μας αξιοπρέπεια.

Ο Ντουόρκιν μάς υπενθυμίζει πως στην προσωπική μας ζωή όταν έχουμε να κάνουμε με ανάλογες περιπτώσεις αποδίδουμε ιδιαίτερη αξία στην αρετή της ανδρείας. Ίσως σε μια κατάσταση κινδύνου να δείξουμε τόλμη και να μείνουμε πιστοί στις αξίες μας· ίσως πάλι να ενδώσουμε και να προτιμήσουμε την ασφάλειά μας. Σε κάθε περίπτωση το διακύβευμα είναι προσωπικό, αφορά εμάς τους ίδιους και την αξιοπρέπειά μας. Πολλοί θα ενθουσιασθούν απ’αυτή την επίκληση στην ανδρεία και θα απαιτήσουν σθένος και αγέρωχο φρόνημα στην πολιτική ζωή. Ίσως λοιπόν να μην είναι παράκαιρο να υπενθυμίσουμε ότι για τον Ντουόρκιν η ανδρεία εμφανίζεται στο πεδίο των πολιτικών αρετών προκειμένου να αναγνωρίσουμε στον αντίπαλο την αξιοπρέπεια που του αρμόζει στο βαθμό που είναι άνθρωπος. Κι ότι γενναιότητα δικαιούται να απαιτεί από τους άλλους εκείνος που απέδειξε προηγουμένως τη δική του ή εκείνος που συμμετέχει κι ο ίδιος προσωπικά στον κίνδυνο.

 

 

Δυο λόγια για τον Ντουόρκιν. Ο Ρόναλντ Ντουόρκιν γεννήθηκε το 1933 στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ. Μετά από πολύχρονη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, σήμερα μοιράζει τη διδασκαλία του ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και το Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Λονδίνου. Έχει συχνή δημόσια παρουσία, κυρίως μέσα από τις στήλες της New York Review of Books. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα έργα του Φιλελευθερισμός (εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1992), Αντικειμενικότητα και Αλήθεια (περ. Ισοπολιτεία, Δεκ. 1997) και Ισότητα (εκδ. Πόλις, 2006). Το magnum opus του Η Αυτοκρατορία του Δικαίου θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Ευρασία.

(δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 15 Ιουλίου 2007)

Advertisements


Κουέντιν Σκίνερ – Ερμηνεία και νόημα στην ιστορία των ιδεών
Ιουλίου 1, 2007, 12:13 πμ
Filed under: Παρουσίαση Διαλέξεων

SkinnerAspromavri

Την Τρίτη 8 Μαΐου ο Βρετανός ιστορικός της πολιτικής σκέψης Κουέντιν Σκίνερ αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσκεκλημένος του τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης. Ο Σκίνερ έχει καταξιωθεί ως ένας απο τους σημαντικότερους ιστορικούς των πολιτικών ιδεών, με έργα σταθμούς όπως τα Θεμέλια της Νεότερης Πολιτικής Σκέψης (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2005) και τις μονογραφίες του για τον Μακιαβέλι (εκδ. Νήσος, 2002) και τον Χόμπς. Εξίσου σημαντικές υπήρξαν οι αναλύσεις του πάνω στην έννοια της πολιτικής ελευθερίας και τη σχέση της με τον φιλελευθερισμό (Η Ελευθερία προτιμότερη από τον Φιλελευθερισμό, εκδ. Καρδαμίτσα, 2002). Η συνεισφορά του όμως στην φιλοσοφία της ερμηνείας υπήρξε ιδιαίτερα αποφασιστική και αποτέλεσε σημείο αφετηρίας μιας εξαιρετικά γόνιμης αντιπαράθεσης στο χώρο της ιστορίας των ιδεών.

 

Η παρέμβαση του Σκίνερ στην προβληματική της ερμηνείας πρωτοδιατυπώθηκε με μια σειρά σημαντικών άρθρων στη δεκαετία του 60 και του 70, στα οποία επιστράτευσε τη θεωρία τού οξφορδιανού φιλοσόφου Τζ. Λ. Ώστιν σχετικά με τα ομιλιακά ενεργήματα (βλ. Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις, εκδ. Εστία, 2003). Ο συγγραφέας ενός κειμένου με το κείμενό του δεν λέει απλώς κάτι, αλλά την ίδια στιγμή κάνει κάτι. Μια γλωσσική εκφορά, μια φράση, ένα κείμενο δεν έχει απλώς ένα γλωσσικό νόημα, αλλά αποτελεί συγχρόνως μια πράξη· μια πράξη η οποία λαμβάνει χώρα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, σε ένα ιστορικό περικείμενο. Το κείμενο δεν μπορεί να κατανοηθεί δίχως να αναδειχθεί η συνάφειά του με τις προθέσεις που το έφεραν στην επιφάνεια και το πλέγμα συμβάσεων εντός των οποίων εμφανίστηκε.

Οι απόψεις του Σκίνερ εξελίχθηκαν σημαντικά από τότε, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε στη διάλεξη με τίτλο «Είναι ακόμη δυνατό να ερμηνεύουμε κείμενα;» που έδωσε στο κτίριο «Κωστής Παλαμάς» του Πανεπιστημίου Αθηνών την Πέμπτη 10 Μαΐου. Η πραγμάτευση του ζητήματος στηρίχθηκε σε δύο πόλους αναφοράς: από τη μία είχαμε την φιλοσοφία της γλώσσας του ύστερου Βιτγκενστάιν και από την άλλη τις ερμηνευτικές τάσεις της λεγόμενης ηπειρωτικής παράδοσης, με προεξάρχοντες τον Ντεριντά (κυρίως της περιόδου του Περί Γραμματολογίας, εκδ. Γνώση, 1990) και τον Φουκώ.

Ο Σκίνερ επιχειρεί να δείξει πως η σύνδεση ενός κειμένου με την πρόθεση του δημιουργού δεν οδηγεί κατ’ αναγκή στον υποκειμενισμό και τον ψυχολογισμό. Το σφάλμα όσων υποστηρίζουν πως είναι αδύνατο να ανακτήσουμε τις προθέσεις ενός κειμένου είναι ότι εκλαμβάνουν τις προθέσεις σαν ιδιωτικές οντότητες κρυμμένες μες στο κεφάλι του δημιουργού (καταλογίζει στον Γκάνταμερ αυτό ακριβώς το ατόπημα). Ο Σκίνερ επιστρατεύει την βιτγκενσταϊνιανή αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι προθέσεις βρίσκονται από την ίδια τους τη φύση σε ένα δημόσιο πεδίο. Ο καλύτερος τρόπος να αντιληφθούμε ένα κείμενο είναι σαν μια πράξη συμμετοχής σε ένα διάλογο. Οι φιλόσοφοι, λέει ο Σκίνερ, ενδιαφέρονται πρωτίστως για επιχειρήματα. Όμως προκειμένου να κατανοηθεί ένα κείμενο, πρέπει να κατανοήσουμε για ποιο λόγο ο συγγραφέας επιχειρηματολογεί, σε ποια ερώτηση προσπαθεί να απαντήσει. Ο Σκίνερ συνδέει την παρατήρηση του Βιτγκενστάιν ότι το νόημα μιας λέξης συνίσταται στην χρήση της μέσα σε ένα γλωσσικό παιχνίδι με την θέση του Ρ. Τζ. Κόλινγκγουντ (του οποίου η πολύ ενδιαφέρουσα από φιλοσοφική άποψη Αυτοβιογραφία κυκλοφόρησε πρόσφατα, εκδ. Ίνδικτος, 2007) ότι η κατανοήση ενός κειμένου προϋποθέτει την ανάκτηση του δικτύου ερωτήσεων και αποκρίσεων εντός του οποίου είναι ενταγμένο.

Όταν ο Ντεριντά εξετάζει (Έμβολα, εκδ. Εστία, 2002) την πρόταση του Νίτσε «ξέχασα την ομπρέλα μου», παρατηρεί ότι είναι αδύνατο να είμαστε βέβαιοι για το τι ήθελε να πει ο συγγραφέας. Ο Σκίνερ αρνείται έναν τέτοιο ακραίο, όπως τον ονομάζει, σκεπτικισμό, διότι είναι θεμελιωμένος σε μια υπερβολή. Στην περίπτωση που εξετάζει ο Ντεριντά δεν έχουμε στη διάθεσή μας κανένα συγκεκριμένο πλαίσιο, στο οποίο να εντάξουμε το κείμενο. Το θέμα είναι ότι ο Ντεριντά μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα· διότι κατά κανόνα έχουμε τη δυνατότητα να τοποθετήσουμε το κείμενο εντός ενός περικειμένου. Συγχρόνως, ο Ντέριντα στηρίζει τον σκεπτικισμό του στο γεγονός ότι η βεβαιότητα είναι αδύνατη. Σκοπός όμως ενός ερμηνευτικού εγχειρήματος δεν είναι η βεβαιότητα· όπως παρατηρεί ο Σκίνερ, κάθε ερμηνεία είναι σε έσχατη ανάλυση υποθετική. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε δια της ερμηνείας να εμπλουτίσουμε την δική μας κατανόηση ενός κειμένου. Ο Σκίνερ συνοψίζει την άποψη του ως εξής: «κάποιος (ο συγγραφέας) συμμετέχει σε έναν διάλογο· προσπάθησε να τοποθετήσεις το κείμενο εντός του περικειμένου του». Αυτός είναι ο ερμηνευτικός κύκλος, ο οποίος υπ’αυτή την έννοια δεν συνίσταται σε έναν φαύλο κύκλο, αν και αποτελεί ένα εξαιρετικά περίπλοκο εγχείρημα.

Η διάλεξη του Σκίνερ αποτέλεσε μια ευκαιρία να δούμε έναν φιλόσοφο της λεγόμενης αγγλοσαξωνικής φιλοσοφικής παράδοσης να πλησιάζει και να οικειοποιείται με γόνιμο και κριτικό τρόπο θέματα και προβληματικές της λεγόμενης ηπειρωτικής φιλοσοφίας. Ο Σκίνερ είχε ήδη από τη δεκαετία του 80 συμβάλει στο γεφύρωμα των δύο παραδόσεων με την επιμέλεια του τόμου Μετά τον Εμπερισμό (εκδ. Κάτοπτρο, 2006), όπου παρουσιάζονται μια σειρά στοχαστών της ηπειρωτικής κυρίως σκέψης. Οι δύο παραδόσεις (που καλύτερο ίσως θα ήταν να προσδιορίζουμε ως αναλυτική και φαινομενολογική αντίστοιχα) χώρισαν τους δρόμους τους στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, αν και η καταγωγή τους ήταν από πολλές απόψεις κοινή: η αυστριακή φιλοσοφία των τελών του 19ου αιώνα, και ιδίως η φιλοσοφία του Φραντς Μπρεντάνο. Από εκεί ξεκινά η γραμμή των Φρέγκε, Ράσσελ και Βιτγκενστάιν που αποτέλεσε τη ραχοκοκκαλιά της αναλυτικής παράδοσης, αλλά και η γραμμή των Χούσερλ, Χάιντεγκερ, Σαρτρ, Γκάνταμερ που όρισαν την φαινομονολογική παράδοση.

Η τόσο σημαντική διαδικασία συμφιλίωσης και γεφύρωσης του χάσματος των δύο σχολών ήταν αργή και επιτελέστηκε χονδρικά σε τρία στάδια: πρώτον, με βάση τη φιλοσοφία της γλώσσας και τη λεγόμενη «γλωσσική στροφή», δεύτερον, με την οικειοποίηση του Καντ από μέρους της αναλυτικής παράδοσης (πράγμα που κατά κύριο λόγο επιτελέστηκε με το έργο του Στρώσον) και τρίτον με την πρόσφατη προσπάθεια της αναλυτικής φιλοσοφίας να προσοικειωθεί θέματα και μοτίβα της σκέψης του Χέγκελ (κυρίως στα έργα των Σέλλαρς, ΜακΝτάουελ και Μπράντομ). Μπορούμε εδώ να θυμηθούμε την άποψη του Ρόρτυ, ο οποίος σημείωνε στην εισαγωγή του στο Ο Εμπειρισμός και η Φιλοσοφία του Νου του Σέλλαρς (εκδ. Εστία, 2005): «είναι ευχάριστο να σκέφτεται κανείς ένα μέλλον όπου η βαρετή αναλυτικο-ηπειρωτική ρήξη θα θεωρείται εκ των υστέρων ως μια ατυχής, πρόσκαιρη διακοπή επικοινωνίας».

(δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 1 Ιουλίου 2007)



Συζήτηση για την Άρεντ στο Ινστιτούτο Γκαίτε
Μαΐου 17, 2007, 9:23 μμ
Filed under: Παρουσίαση Διαλέξεων

Arendt KapnizontasΣτις 24 Απριλίου το Ινστιτούτο Γκαίτε φιλόξενησε μια συζήτηση με θέμα «Η Χάνα Άρεντ και το Κακό». Ως γεγονός πρέπει οπωσδήποτε να κριθεί επιτυχημένο με ανακοινώσεις υψηλής ποιότητας και με αξιοσημείωτη προσέλευση ακροατών από όλες τις ηλικίες. Τη συζήτηση διηύθυνε ο Γεράσιμος Κουζέλης. Με εξαίρεση τις ανακοινώσεις των Gregor Kritidis και Βίκης Ιακώβου που ασχολήθηκαν με ειδικές επόψεις του έργου της Άρεντ, οι υπόλοιποι ομιλητές φάνηκαν να στρέφουν την προσοχή τους, λιγότερο ή περισσότερο άμεσα, στη σχέση της πολιτικής σκέψης της Άρεντ με την κριτική φιλοσοφία του Καντ. Ο Kritidis εξέτασε την κριτική της Άρεντ στον μαρξισμό και η Ιακώβου μίλησε για την αρεντιανή έννοια της συγχώρεσης· θέμα ούτως ή άλλως ενδιαφέρον που παρουσιάστηκε με πολύ διαφωτιστικό τρόπο. Ο Περικλής Βαλλιανός προέβη σε μια περιοδολόγηση στις φάσεις ανάπτυξης της σκέψης της Άρεντ από το έργο της για τον ολοκληρωτισμό μέχρι την ημιτελή της εργασία για τη ζωή του πνεύματος. Παρουσίασε τις ενστάσεις του για τα κενά που παρουσιάζονται στην θεμελίωση της πολιτικής της φιλοσοφίας. Ο Βασίλης Ρωμανός επιχείρησε να απάντησει σε αυτές τις ενστάσεις επικαλούμενος μεταξύ άλλων τη θεωρία της Άρεντ για το sensus communis και μίλησε για την αρεντιανή αντίληψη σχετικά με την αυτοαναφορική φύση της πολιτικής. Μάθαμε πως ετοιμάζει τη μετάφραση των μαθημάτων της Άρεντ για την πολιτική φιλοσοφία του Καντ, μετάφραση που περιμένουμε με ανυπομονησία. Η ανακοίνωση της Πηνελόπης Κουφοπούλου έκανε αίσθηση αναλύοντας την αρεντιανή μεθερμηνεία της αναστοχαστικής κρίσης ως εγγραφής στο δημόσιο χώρο. Ο Γιώργος Ξηροπαΐδης περισσότερο στράφηκε σε μια ανάλυση της φύσης της αναστοχαστικής κρίσης στον Καντ. Το παράδειγμα της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης και της Κριτικής του Πρακτικού Λόγου του Καντ καταδείκνυει πόσο γόνιμη μπορεί να σταθεί για τη πνευματική ζωή μιας χώρας η μετάφραση μείζονων φιλοσοφικών έργων. Πράγματι, η καντιανή θεωρία της αναστοχαστικής κρίσης και του πρακτικού λόγου λειτούργησαν, διόλου αδικαιολόγητα, ως πόλοι αναφοράς γύρω απ’τους οποίους περιστράφηκε σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η μελέτη της αρεντιανής σκέψης.

(δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 20 Μαΐου 2007)