Φιλοσοφια στην Αθηνα


Γιωργος Φαρακλας – Νοημα και Κυριαρχια
Φεβρουαρίου 24, 2008, 2:28 πμ
Filed under: Βιβλιοκρισίες | Ετικέτες: , , , ,

klimt.jpg 

 
Είναι γνωστό από παλιά ότι συχνά οι άνθρωποι θεωρούν πως αυτό που είναι προς το συμφέρον τους, αυτό είναι και δίκαιο. Πολλοί φιλόσοφοι γενίκευσαν αυτή την ιδέα και υποστήριξαν πως κάθε αξία, κάθε αντίληψη για το τι είναι «καλό» ή «δίκαιο», αποτελεί άμεσo ή έμμεσo παρακολούθημα του συμφέροντος αυτού που την προβάλλει. Με τον ίδιο τρόπο που τα συμφέροντα μάχονται το ένα το άλλο, έτσι πολεμούν και οι αξίες μεταξύ τους. 

Αναπτύσσοντας την έννοια της ιδεολογίας, ο Μαρξ υποστηρίζει πως το συμφέρον καθοδηγεί όχι μονάχα την συγκρότηση των αξιών, αλλά και τις πεποιθήσεις των ατόμων για το πώς είναι ο κόσμος. Το συμφέρον δεν καθορίζει μονάχα την αντίληψη του δέοντος, μα και του όντος. Ο κόσμος του κυρίαρχου είναι διαφορετικός από τον κόσμο του κυριαρχούμενου. 

Ο Νίτσε, ξεκινώντας από διαφορετικές προκείμενες, καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα. Με τον ίδιο τρόπο που παλεύουνε συμφέροντα και αξίες, έτσι πολεμάνε και οι αλήθειες. Και όπως το κάθε άτομο επιχειρεί να επιβάλει στο άλλο το συμφέρον του, έτσι προσπαθεί να επιβάλει και την αλήθεια του. Για τον Νίτσε, ο κόσμος αποχτάει νόημα μέσα στην προοπτική του εκάστοτε υποκειμένου στον αγώνα του για επικράτηση. 

Σε τούτη την προβληματική εντάσσεται το έργο του Γιώργου Φαράκλα με τον υπαινιχτικό τίτλο «Νόημα και Κυριαρχία». Στο πολυσχιδές αυτό βιβλίο ο Φαράκλας ανασυγκροτεί μια μακραίωνη διαμάχη· την διαμάχη για την θέση των αξιών στις θεωρίες των ανθρώπινων πραγμάτων. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται δύο έλληνες φιλόσοφοι, ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης, που εκπροσωπούν τους αντίθετους πόλους αυτής της διαμάχης. 

Σύμφωνα με την «περιγραφική θεωρία της απόφασης» του Κονδύλη, το υποκείμενο, ατομικό ή συλλογικό, προσανατολίζει την συμπεριφορά του με βάση μια κοσμοεικόνα. Τούτη η κοσμοεικόνα και η συναφής με αυτήν αυτοκατανόηση του υποκειμένου, η ταυτότητά του, συγκροτούνται διαλεκτικά, σε αναφορά με έναν αντίπαλο. Το πνεύμα για τον Κονδύλη είναι πράξη και από τη φύση του πολεμικό· συγκροτείται και υπάρχει μέσα στην αντιπαράθεση. 

Όσο ουδέτερα κι αν εμφανίζονται τα προϊόντα του πνεύματος -αξίες, θεωρίες, θεσμοί- δεν μπορούν να υπερβούν την πολεμική καταγωγή τους. Για τον Κονδύλη, μολονότι οι αξίες επιζητούν να παρουσιαστούν ως αντικειμενικές, στηριζόμενες στην ίδια την φύση των πραγμάτων, διατηρούν πάντοτε σε τελική ανάλυση μια εγγενή αυθαιρεσία. Τούτο το εκφράζει λέγοντας ότι κάθε έκφανση του πνεύματος θεμελιώνεται τελικά σε μιαν απόφαση. 

Για τον Κονδύλη ιδέες, θεωρίες και αξίες πρέπει να ιδωθούν σαν όπλα σε έναν αγώνα. Η γνώση των ανθρώπινων πραγμάτων δεν είναι δυνατή παρά μόνο εάν ανασυγκροτηθούν οι συνθήκες εντός των οποίων δραστηριοποιούνται ιδέες και αξίες, και αναδειχθεί ο εκάστοτε πολεμικός τους σκοπός. Αν η θεωρία θέλει να παραμείνει επιστημονική, πρέπει να αρκεστεί σε μιαν απλή περιγραφή των συνθηκών και της διεξαγωγής αυτού του αγώνα, δίχως να λάβει μέρος σε αυτόν. 

Η κύρια ένσταση που απευθύνει ο Φαράκλας στον Κονδύλη, συντασσόμενος με το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής φιλοσοφικής κοινότητας, είναι η εξής: εφόσον κάθε θεωρία είναι από την φύση της πολεμική, κι επομένως κανονιστική, πώς είναι δυνατή μια περιγραφική θεωρία σαν αυτήν που αξιώνει ο Κονδύλης; Ο Φαράκλας είναι πειστικός όταν υποστηρίζει πως ο Κονδύλης δεν δείχνει τους όρους δυνατότητας μιας περιγραφικής θεωρίας, ή μιας «απόλυτης προοπτικής» όπως την ονομάζει. Δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για το αυτοσχέδιο ψυχογράφημα του Κονδύλη που επιχειρεί, το οποίο, αντιθέτως, δεν μοιάζει διόλου πειστικό. 

Ο Ψυχοπαίδης συμφωνεί με τον Κονδύλη πως καμία θεωρία των ανθρώπινων πραγμάτων δεν είναι αξιολογικά ουδέτερη. Τούτο όμως δεν απειλεί αναγκαστικά την αντικειμενικότητα της θεωρίας. Αντιθέτως, μια θεωρία της κοινωνίας μπορεί να αξιώσει αντικειμενικότητα στο βαθμό μονάχα που ασκεί κριτική στο αντικείμενό της, στο βαθμό δηλαδή που είναι αξιολογική. 

Η ανθρώπινη πράξη δεν μπορεί να κατανοηθεί από τα έξω, από έναν εξωτερικό παρατηρητή. Ο μελετητής των ανθρώπινων πραγμάτων πρέπει, όχι μόνο να λάβει υπ’ όψη τις αντικειμενικές συνθήκες της πράξης, αλλά και να υιοθετήσει την εσωτερική προοπτική του δρώντος υποκειμένου. Πρέπει με άλλα λόγια, να λάβει υπ’ όψη το νόημα που δίνει το υποκείμενο, ατομικό ή συλλογικό, στην συμπεριφορά του. Ο Ψυχοπαίδης διατυπώνει αυτή την ιδέα λέγοντας πως τότε μόνο μπορεί η κοινωνική θεωρία να γνωρίσει το αντικείμενό της, την κοινωνία και την ανθρώπινη πράξη μέσα σ’ αυτήν, όταν το συγκροτήσει αξιακά. 

Για τον Ψυχοπαίδη, η κριτική της κοινωνίας από την θεωρία είναι πάντοτε εσωτερική και στηρίζεται σε δύο κριτήρια: πρώτον, εάν η κοινωνία στην εκάστοτε μορφή της πραγματώνει τους σκοπούς που έχει θέσει η ίδια στον εαυτό της, και, δεύτερον, αν διασφαλίζει την ίδια της την αναπαραγωγή. Η θεωρία ασκεί κριτική στην κοινωνία ελέγχοντας αν μπορεί υπό την συγκεκριμένη της μορφή να αναπαραχθεί ως κοινωνία, να διατηρήσει δηλαδή την ύπαρξή της. Ο Φαράκλας συντάσσεται με τον Ψυχοπαίδη και υποστηρίζει πως η θεωρία έχει «ως μόνο ‘πρακτικό αίτημα'», την «περαιτέρω ύπαρξη» του αντικειμένου της. Σαν αξίες αναγνωρίζονται μονάχα οι «συνθήκες ύπαρξης» τις οποίες προϋποθέτει η κοινωνία. 

Ωστόσο, η επιμονή του Φαράκλα στον καθαρά πραγματιστικό ή λειτουργικό χαρακτήρα των κοινωνικών αξιών, μοιάζει να υπονομεύει τελικά τις ίδιες τις αξίες. Η κανονιστικότητα που θέτει η ψυχοπαιδική θεωρία, όπως την παρουσιάζει ο Φαράκλας, είναι τελικά καθαρά υποθετική, και οπωσδήποτε όχι κατηγορική. Τούτο φαίνεται αναγκαία συνέπεια της αναγωγής της κανονιστικότητας στην έννοια της αναπαραγωγής, της αυτοσυντήρησης της κοινωνίας.

Στο βιβλίο του Γιώργου Φαράκλα ο αναγνώστης θα συναντήσει ενδιαφέρουσες ιδέες, ευρηματικούς παραλληλισμούς και πυκνή επιχειρηματολογία. Σχεδόν ταυτόχρονα με το εν λόγω βιβλίο ο Γιώργος Φαράκλας παρουσίασε μια μετάφραση της «Φαινομενολογίας του Νου» του Έγελου. Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε έναν πιο γόνιμο τρόπο να συμβάλει κανείς στην ελληνική φιλοσοφική παραγωγή. 
 
(Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 24 Φλεβάρη 2008) 

 

Advertisements